Μελέτες - Προτάσεις Πολιτικής Νέα του Συλλόγου

Περισσότερη απασχόληση, αλλά με ποιους όρους;

Η πτώση της ανεργίας δεν έκλεισε τις πληγές της αγοράς εργασίας

Νέα μελέτη ΠΑΝΣΥΠΟ: 235.500 μακροχρόνια άνεργοι, σχεδόν μία στις δύο προσλήψεις μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης, 915.889 εγγεγραμμένοι στη ΔΥΠΑ και πάνω από 500 εκατ. ευρώ για κατάρτιση χωρίς επαρκή δημόσια αξιολόγηση του πραγματικού αποτελέσματος

Ο ΠΑΝΣΥΠΟ παρουσιάζει τη μελέτη «Η ελληνική αγορά εργασίας χωρίς φίλτρα», επιχειρώντας να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα:

Η ανεργία μειώθηκε. Τι ακριβώς όμως βελτιώθηκε στη ζωή του ανέργου και του εργαζομένου;

Η απάντηση που προκύπτει από τα επίσημα στοιχεία της Eurostat, της ΕΛΣΤΑΤ, της ΔΥΠΑ, της ΕΡΓΑΝΗ, του e-ΕΦΚΑ και από την ανεξάρτητη αξιολόγηση του ΟΟΣΑ είναι πολύ πιο σύνθετη από έναν πανηγυρικό τίτλο για το ποσοστό ανεργίας.

Ο ΠΑΝΣΥΠΟ αναγνωρίζει καθαρά τη θετική εξέλιξη. Η ανεργία στην Ελλάδα μειώθηκε σημαντικά. Από 17,9% το 2019 υποχώρησε στο 8,9% το 2025. Αυξήθηκε η απασχόληση και περιορίστηκε θεαματικά και ο ευρύτερος ευρωπαϊκός δείκτης ανεκπλήρωτης προσφοράς εργασίας. Η βελτίωση είναι πραγματική και δεν χρειάζεται να αμφισβητηθεί για να εξεταστεί τι υπάρχει πίσω από αυτήν.

Εκεί αρχίζει, όμως, το πραγματικό πρόβλημα.

Το 2025 περίπου 235.500 άνθρωποι παρέμεναν άνεργοι για τουλάχιστον έναν χρόνο και περίπου 155.000 για δύο χρόνια ή περισσότερο. Περισσότεροι από τους μισούς ανέργους της χώρας, το 55,8%, ήταν μακροχρόνια άνεργοι, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση το αντίστοιχο ποσοστό ήταν περίπου 31,5%. Η μακροχρόνια ανεργία στην Ελλάδα παρέμενε στο 5,0%, έναντι 1,9% στην ΕΕ, δηλαδή 2,6 φορές υψηλότερη.

Και τα πρώτα στοιχεία του 2026 είναι ακόμη πιο αποκαλυπτικά. Στο Α΄ τρίμηνο καταγράφονταν 248.900 μακροχρόνια άνεργοι, εκ των οποίων 114.400 βρίσκονταν χωρίς εργασία επί τέσσερα χρόνια ή περισσότερο.

Υπάρχει ένας αριθμός που θα έπρεπε να απασχολεί πολύ περισσότερο τη δημόσια συζήτηση: στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 36,3% των ανθρώπων που ήταν άνεργοι το 2024 πέρασαν στην απασχόληση το 2025. Στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό ήταν κάτω από 20%.

Εδώ κρίνεται στην πράξη η αποτελεσματικότητα μιας πολιτικής απασχόλησης. Όχι μόνο στο πόσοι βγαίνουν στατιστικά από την ανεργία, αλλά στο πόσο γρήγορα μπορεί ένας άνθρωπος που έχασε τη δουλειά του να επιστρέψει σε σταθερή απασχόληση.

Περισσότερες δουλειές, αλλά τι δουλειές;

Η δεύτερη μεγάλη εικόνα της μελέτης αφορά την ποιότητα της απασχόλησης.

Το 2025 έγιναν 3.383.976 προσλήψεις. Από αυτές, 1.572.294, δηλαδή 46,46%, ήταν μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης. Σχεδόν μία στις δύο νέες προσλήψεις.

Παράλληλα, η ΕΡΓΑΝΗ κατέγραφε 528.313 μισθωτούς με εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας έως 35 ώρες. Η μέση μικτή μηνιαία αμοιβή στη μερική απασχόληση ήταν μόλις 563,30 ευρώ, έναντι 1.397,95 ευρώ στην πλήρη απασχόληση.

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι το 36,2% των εργαζομένων με μερική απασχόληση δήλωνε πως εργαζόταν με αυτόν τον τρόπο επειδή δεν είχε βρει πλήρη εργασία. Στην ΕΕ το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 16,7%. Η ακούσια μερική απασχόληση παραμένει δηλαδή υπερδιπλάσια από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Η μελέτη καταλήγει σε ένα ακόμη κοινωνικά κρίσιμο εύρημα. Η μέση αμοιβή μερικής απασχόλησης αντιστοιχεί ενδεικτικά σε περίπου 488 ευρώ μετά τις συνήθεις ασφαλιστικές εισφορές, πριν από τυχόν φόρο. Το τελευταίο διαθέσιμο κατώφλι κινδύνου φτώχειας για μονοπρόσωπο νοικοκυριό αντιστοιχεί σε 585 ευρώ τον μήνα. Η σύγκριση αποτελεί εισοδηματικό σημείο αναφοράς και φυσικά δεν συνεπάγεται ότι κάθε εργαζόμενος μερικής απασχόλησης είναι φτωχός. Αναδεικνύει όμως πόσο ανεπαρκές μπορεί να είναι το εισόδημα που βρίσκεται πίσω από τον γενικό χαρακτηρισμό «απασχολούμενος».

354.904 άνεργοι στην ΕΛΣΤΑΤ, 915.889 στο μητρώο της ΔΥΠΑ

Ίσως το πιο εντυπωσιακό εύρημα αφορά την απόσταση ανάμεσα στη στατιστική ανεργία και στο διοικητικό μητρώο της δημόσιας υπηρεσίας απασχόλησης.

Τον Δεκέμβριο του 2025 η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραφε 354.904 στατιστικά ανέργους. Τον ίδιο μήνα η ΔΥΠΑ είχε 915.889 εγγεγραμμένους, δηλαδή 560.985 περισσότερους.

Το 45,6% των εγγεγραμμένων παρέμενε στο μητρώο επί τουλάχιστον δώδεκα μήνες.

Οι δύο μετρήσεις έχουν διαφορετικούς ορισμούς και δεν πρέπει να συγχέονται. Η απόσταση όμως έχει αυξηθεί εντυπωσιακά. Το 2019 αντιστοιχούσαν 1,46 εγγεγραμμένοι στη ΔΥΠΑ ανά στατιστικά άνεργο. Το 2025 ο λόγος είχε φτάσει στο 2,58 προς 1.

Σε συγκριτική έρευνα του ΠΑΝΣΥΠΟ σε 22 κράτη-μέλη της ΕΕ, η ελληνική απόκλιση, +158%, ήταν η μεγαλύτερη στο συγκεκριμένο δείγμα. Η σύγκριση δεν αποτελεί επίσημη κατάταξη της Eurostat, καθώς τα διοικητικά μητρώα κάθε χώρας λειτουργούν με διαφορετικούς κανόνες. Θέτει όμως ένα ερώτημα που δεν μπορεί να μένει αναπάντητο:

Ποιοι είναι οι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι που παραμένουν συνδεδεμένοι με τη ΔΥΠΑ χωρίς να καταγράφονται ως στατιστικά άνεργοι και τι ακριβώς κάνει η δημόσια υπηρεσία απασχόλησης για την επανένταξή τους;

Και μετά από εκατοντάδες εκατομμύρια για κατάρτιση;

Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο δύσκολο ερώτημα της μελέτης.

Πάνω από 500 εκατ. ευρώ εθνικών και ευρωπαϊκών πόρων διοχετεύθηκαν την τελευταία τριετία μέσω της ΔΥΠΑ σε δράσεις κατάρτισης. Η ίδια η ΔΥΠΑ αναφέρει ότι περισσότεροι από 260.000 άνθρωποι «βρήκαν εργασία ή διατήρησαν τη θέση τους» μέσω των σχετικών δράσεων.

Όμως δεν έχει δημοσιευθεί μεθοδολογία αντιπαραβολής που να επιτρέπει να γνωρίζουμε πόσοι από αυτούς θα είχαν βρει ή θα είχαν διατηρήσει εργασία και χωρίς την παρέμβαση. Άλλο η απασχόληση μετά τη συμμετοχή σε ένα πρόγραμμα και άλλο η τεκμηρίωση ότι η απασχόληση προέκυψε εξαιτίας του προγράμματος.

Η ανεξάρτητη αξιολόγηση του ΟΟΣΑ είναι ιδιαίτερα χρήσιμη. Βρίσκει θετικό αποτέλεσμα από την κατάρτιση και τις επιδοτήσεις μισθών για όσους συμμετέχουν. Εντοπίζει όμως ταυτόχρονα χαμηλή συμμετοχή των ανέργων, υψηλό φόρτο υποθέσεων για τους συμβούλους απασχόλησης και μια ελληνική κατανομή πόρων που ιστορικά κατευθύνει μεγάλο μέρος των χρημάτων σε προγράμματα άμεσης δημιουργίας θέσεων, τα οποία διεθνώς εμφανίζουν συχνά περιορισμένη αποτελεσματικότητα ως γέφυρα προς μη επιδοτούμενη απασχόληση.

Κάπου εδώ ο δημόσιος απολογισμός πρέπει να γίνει πολύ πιο απαιτητικός.

Δαπανήθηκαν εκατοντάδες εκατομμύρια. Υλοποιήθηκαν προγράμματα, vouchers, κατάρτιση και επιδοτήσεις. Παράλληλα, περισσότεροι από τους μισούς ανέργους παραμένουν μακροχρόνια άνεργοι, η μετάβαση από την ανεργία στην εργασία είναι πολύ χαμηλότερη από την ευρωπαϊκή, σχεδόν μία στις δύο προσλήψεις είναι μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης και το μητρώο της ΔΥΠΑ εξακολουθεί να αριθμεί πάνω από 900.000 ανθρώπους.

Αν μετά από όλα αυτά το βασικό κριτήριο επιτυχίας παραμένει απλώς ότι «έπεσε το ποσοστό ανεργίας», τότε έχουμε μετρήσει μόνο το πιο εύκολο κομμάτι του προβλήματος και έχουμε αφήσει σχεδόν ανέγγιχτο το δυσκολότερο.

Ο ΠΑΝΣΥΠΟ θεωρεί ότι η επόμενη περίοδος πρέπει να αξιολογηθεί διαφορετικά.

Να δημοσιεύεται πόσοι άνεργοι βρίσκουν πραγματικά εργασία μετά από κάθε πρόγραμμα και πόσοι παραμένουν σε αυτήν. Να γνωρίζουμε πόσοι μακροχρόνια άνεργοι επανεντάσσονται. Να αξιολογείται η ποιότητα, η διάρκεια και η αμοιβή της θέσης που δημιουργήθηκε. Να δημοσιοποιείται η πραγματική αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων κατάρτισης και των επιδοτήσεων. Να γνωρίζουμε τι συμβαίνει με τους 915.889 ανθρώπους του μητρώου της ΔΥΠΑ και γιατί 417.534 από αυτούς παρέμεναν εγγεγραμμένοι επί τουλάχιστον έναν χρόνο.

Η πτώση της ανεργίας είναι θετική και πρέπει να συνεχιστεί.

Η επιτυχία όμως δεν μπορεί πλέον να μετριέται μόνο με ένα ποσοστό.

Για τον άνθρωπο που παραμένει δύο, τρία ή τέσσερα χρόνια χωρίς δουλειά, για τον εργαζόμενο των 563 ευρώ, για εκείνον που θέλει πλήρη απασχόληση και βρίσκει μόνο part-time, για τον εγγεγραμμένο που παραμένει επί χρόνια στο μητρώο, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει ανοιχτό:

Μετά από τόσες μεταρρυθμίσεις, τόσα προγράμματα και τόσα εκατομμύρια ευρώ, πόσο αποτελεσματικά καταφέρνει τελικά η πολιτική απασχόλησης να οδηγεί τον άνεργο σε σταθερή, πλήρη και αξιοπρεπώς αμειβόμενη εργασία;

Εκεί θα κριθεί η πραγματική επιτυχία.

Για το Διοικητικό Συμβούλιο ΠΑΝ.Σ.ΥΠ.Ο

Leave feedback about this