Νέα του Συλλόγου ΠΑΝΣΥΠΟ

13 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΦΥΣΣΑ

Το «αυγό του φιδιού» δεν εκκολάπτεται μόνο του

Δεκατρία χρόνια συμπληρώνονται από τη νύχτα της 18ης Σεπτεμβρίου 2013, όταν ο Παύλος Φύσσας δολοφονήθηκε στο Κερατσίνι από τον Γιώργο Ρουπακιά.

Τον Μάρτιο του 2026 το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων επιβεβαίωσε σε δεύτερο βαθμό ότι η Χρυσή Αυγή λειτουργούσε ως εγκληματική οργάνωση υπό τον μανδύα πολιτικού κόμματος. Επιβεβαίωσε την ενοχή του Ρουπακιά για την ανθρωποκτονία του Παύλου Φύσσα, τις καταδίκες για τη διεύθυνση και την ένταξη στην εγκληματική οργάνωση και τις καταδίκες για άλλες βίαιες επιθέσεις.

Και η φετινή επέτειος αποκτά μια ιδιαίτερη επικαιρότητα. Στις 15 Σεπτεμβρίου 2026, μόλις τρεις ημέρες πριν από τη συμπλήρωση των 13 χρόνων από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, ο Ηλίας Κασιδιάρης αποφυλακίστηκε από τις φυλακές Δομοκού και αμέσως προανήγγειλε επιστροφή στην πολιτική δράση.

Γι’ αυτό η μνήμη δεν μπορεί να είναι απλά τελετουργική αλλά γνώση.

Ο φασισμός δεν εμφανίζεται ένα πρωί από το πουθενά. Δεν αρχίζει με τις μπότες, τα τάγματα εφόδου και το μαχαίρι. Αυτά είναι συχνά το τελευταίο στάδιο.

Προηγούνται η ανασφάλεια, η κοινωνική υποβάθμιση, η απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς, η αίσθηση ότι «κανείς δεν μας ακούει». Έπειτα αναζητείται ένας εύκολος ένοχος. Ο μετανάστης. Ο διαφορετικός. Ο συνδικαλιστής. Ο πολιτικός αντίπαλος. Ο πιο αδύναμος.

Η σύγχρονη ευρωπαϊκή έρευνα επιβεβαιώνει ότι η άνοδος της ριζοσπαστικής ακροδεξιάς δεν ερμηνεύεται απλώς από τη φτώχεια. Μελέτη που συνδύασε δεδομένα του European Social Survey από 23 εκλογικές αναμετρήσεις με στοιχεία της Eurostat διαπίστωσε ισχυρότερη υποστήριξη της λαϊκιστικής ριζοσπαστικής δεξιάς σε κοινωνικές τάξεις που βιώνουν απώλεια της σχετικής οικονομικής τους θέσης. Δεν είναι δηλαδή μόνο «πόσα έχω». Είναι και η αίσθηση ότι πέφτω, ότι χάνω έδαφος, ότι τα παιδιά μου θα ζήσουν χειρότερα.

Αυτό ακριβώς είναι το εύφλεκτο υλικό πάνω στο οποίο χτίζεται το «εμείς και αυτοί».

Όμως η κοινωνική κρίση από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται κάποιος να μετατρέψει την ανασφάλεια σε μίσος.

Χρειάζεται κάποιος να πει στον άνεργο ότι για την ανεργία του φταίει ο πιο αδύναμος και όχι οι πραγματικοί μηχανισμοί που παράγουν την ανεργία. Χρειάζεται κάποιος να πείσει τον χαμηλόμισθο ότι ο αντίπαλός του είναι ο άλλος χαμηλόμισθος. Χρειάζεται κάποιος να μετατρέψει την κοινωνική αγανάκτηση σε φυλετικό, εθνικό ή πολιτικό μίσος.

Και χρειάζεται, τελικά, να κάνει το ακραίο να φαίνεται φυσιολογικό.

Αυτό ακριβώς ονομάζει η σύγχρονη πολιτική επιστήμη «normalisation».

Μεγάλη πειραματική έρευνα που δημοσιεύθηκε το 2025 στο American Political Science Review, με σύγκριση Γερμανίας και Σουηδίας, έδειξε κάτι εξαιρετικά ανησυχητικό: όταν τα παραδοσιακά κόμματα αρχίζουν να αντιμετωπίζουν ένα προηγουμένως απομονωμένο ακροδεξιό κόμμα ως θεμιτό πολιτικό εταίρο, μεταβάλλεται και η αντίληψη των πολιτών για τη νομιμοποίησή του. Ακόμη σημαντικότερο: μετά την κανονικοποίηση, η προσπάθεια επιστροφής στην προηγούμενη απομόνωση είναι πολύ δυσκολότερη.

Στη Σουηδία οι Sweden Democrats έχουν καταγεγραμμένες ιστορικές ρίζες σε περιβάλλοντα νεοναζισμού και λευκής υπεροχής — κάτι που έχει καταγραφεί ακόμη και στην ιστορική έρευνα που παρήγγειλε το ίδιο το κόμμα. Κι όμως, το 2022 τα τρία κυβερνητικά κόμματα συμφώνησαν επισήμως να κυβερνήσουν με κοινοβουλευτική συνεργασία των Sweden Democrats, οι οποίοι απέκτησαν πολιτικό προσωπικό στα κυβερνητικά γραφεία και συμμετοχή στη διαμόρφωση πολιτικών για τη μετανάστευση, την εγκληματικότητα και άλλα κεντρικά ζητήματα.

Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο οι ψήφοι ενός κόμματος. Είναι ότι ιδέες που πριν από λίγα χρόνια βρίσκονταν εκτός του αποδεκτού πολιτικού φάσματος μπορούν σταδιακά να περάσουν στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης.

Στη Γερμανία, η εικόνα είναι διαφορετική αλλά εξίσου ανησυχητική. Στις περιφερειακές εκλογές της Σαξονίας-Άνχαλτ του Σεπτεμβρίου 2026 η AfD εξέλεξε 39 από τους 83 βουλευτές του τοπικού κοινοβουλίου, από 23 το 2021, σύμφωνα με τα επίσημα προσωρινά αποτελέσματα του κρατιδίου.

Δεν εξισώνουμε μηχανικά κάθε σημερινό κόμμα της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής δεξιάς με τον ιστορικό ναζισμό. Αυτό θα ήταν επιστημονικά πρόχειρο και ιστορικά λάθος.

Εξετάζουμε όμως τους μηχανισμούς που επανεμφανίζονται: την κατασκευή εχθρών, την πολιτική του φόβου, την εθνική «παρακμή», την απαξίωση των θεσμών, τον αυταρχισμό, την επίθεση στον πλουραλισμό και την υπόσχεση ενός «ισχυρού» κράτους που θα ξεπεράσει τις δημοκρατικές διαδικασίες.

Και κυρίως εξετάζουμε πώς η κοινωνία συνηθίζει.

Γιατί ο φασισμός χρειάζεται εικόνα.

Χρειάζεται κάμερα.

Χρειάζεται να πάψει ο φορέας του να εμφανίζεται ως φορέας βίας και να αρχίσει να εμφανίζεται ως «ένας από εμάς».

Και η Ελλάδα έχει τη δική της, πολύ συγκεκριμένη εμπειρία.

Πριν από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, μέλη και στελέχη της Χρυσής Αυγής δεν εμφανίζονταν μόνο σε πολιτικές εκπομπές. Έμπαιναν και στο lifestyle. Τον Σεπτέμβριο του 2012 ο Ηλίας Κασιδιάρης παραχωρούσε συνέντευξη στη «Μεσημεριανή Μελέτη» του STAR για τον γάμο, την προσωπική του ζωή και τις φημολογούμενες σχέσεις του. Τον Αύγουστο του 2013, λίγες εβδομάδες πριν από τη δολοφονία Φύσσα, gossip media δημοσίευαν φωτογραφίες του από παραλία, σχολιάζοντας το μαγιό, την εμφάνιση και το τατουάζ του.

Δεν σημαίνει ότι κάθε δημοσιογράφος που κάλυψε αυτά τα θέματα «στήριζε» τη Χρυσή Αυγή.

Σημαίνει όμως ότι ένας πολιτικός φορέας με ήδη καταγεγραμμένη βίαιη δράση μπορούσε να περάσει από την εικόνα του ακραίου στην εικόνα του τηλεοπτικού προσώπου, του celebrity, του ανθρώπου της διπλανής πόρτας.

Και σήμερα η επιστήμη μπορεί να μετρήσει αυτό που τότε πολλοί αντιμετώπιζαν ως απλή τηλεοπτική ελαφρότητα.

Πειραματική μελέτη του 2025 στο British Journal of Political Science έδειξε ότι η μη κριτική τηλεοπτική προβολή εκπροσώπων της ακραίας δεξιάς αυξάνει όχι μόνο τη συμφωνία με ακραίες θέσεις, αλλά και την πεποίθηση ότι αυτές οι θέσεις έχουν πολύ μεγαλύτερη κοινωνική αποδοχή από όση ίσως πραγματικά έχουν. Με άλλα λόγια, η έκθεση δημιουργεί αίσθηση κανονικότητας.

Αυτό είναι το «αυγό του φιδιού»: όταν παύουμε να σοκαριζόμαστε.

Όταν η βία γίνεται «γραφικότητα».

Όταν ο ρατσισμός γίνεται «μια διαφορετική άποψη».

Όταν ο τραμπουκισμός μετατρέπεται σε τηλεοπτικό θέαμα.

Όταν ο νεοναζί μετατρέπεται σε celebrity.

Όταν ο πολιτικός χώρος που μέχρι χθες θεωρούνταν ακραίος γίνεται απλώς ένας ακόμη συνομιλητής.

Υπάρχει όμως και ένα ακόμη κεφάλαιο που αφορά ιδιαίτερα εμάς ως εργαζόμενους και συνδικαλιστές.

Η Χρυσή Αυγή επιχειρούσε να εμφανιστεί ως «αντισυστημική» και ως υπερασπιστής του Έλληνα εργαζομένου. Η πραγματικότητα της κοινοβουλευτικής και συνδικαλιστικής της δράσης ήταν πολύ διαφορετική.

Στις 25 Ιανουαρίου 2013 ο βουλευτής της Χρυσής Αυγής Νίκος Κούζηλος κατέθεσε στη Βουλή την επίσημα καταγεγραμμένη ερώτηση υπ’ αριθ. 6338 με τίτλο «Λύση στη χρηματοδότηση των ναυτιλιακών εταιρειών». Η ύπαρξη και ο τίτλος της ερώτησης βρίσκονται σήμερα στο ίδιο το αρχείο της Βουλής. Σύμφωνα με το δημοσιευμένο περιεχόμενό της, ζητούνταν μεταξύ άλλων κρατικές εγγυήσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος ρευστότητας των ναυτιλιακών εταιρειών.

Δημοσιεύματα της εποχής που επικαλούνταν στοιχεία της Διεύθυνσης Κοινοβουλευτικού Ελέγχου κατέγραφαν συνολικά 145 κοινοβουλευτικές ερωτήσεις βουλευτών της Χρυσής Αυγής για ζητήματα που αφορούσαν ναυτιλιακά και εφοπλιστικά συμφέροντα. Επειδή δεν έχουμε σήμερα αυτοτελή επίσημη συγκεντρωτική κατάσταση της Βουλής με αυτό το άθροισμα, το αναφέρουμε ως δημοσιευμένη καταγραφή και όχι ως δικό μας πρωτογενές εύρημα.

Την ίδια περίοδο η Χρυσή Αυγή επιχειρούσε να αποκτήσει παρουσία στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη του Περάματος και να δημιουργήσει δικό της συνδικαλιστικό σχήμα.

Στις 12 Σεπτεμβρίου 2013, πέντε ημέρες πριν από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, οργανωμένη ομάδα χρυσαυγιτών επιτέθηκε σε συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ στη Ζώνη. Η υπόθεση αποτέλεσε έναν από τους βασικούς πυλώνες της μεγάλης δίκης. Στη διάρκεια της διαδικασίας κατατέθηκαν στοιχεία και μαρτυρίες για την προσπάθεια της Χρυσής Αυγής να χτυπήσει το υπάρχον εργατικό σωματείο και να δημιουργήσει ανταγωνιστικό συνδικαλιστικό μηχανισμό στη Ζώνη.

Δεν είναι λοιπόν παράδοξο που ο φασισμός υψώνει συχνά τη σημαία του «εργάτη» και, όταν αποκτήσει δύναμη, στρέφεται εναντίον της αυτόνομης συνδικαλιστικής οργάνωσης.

Αυτό ακριβώς έκανε ιστορικά και ο φασισμός.

Η ιστοριογραφία δεν στηρίζει θεωρία ότι «οι επιχειρηματίες δημιούργησαν τον Χίτλερ». Η σχέση ήταν πολύ πιο σύνθετη. Τμήματα των γερμανικών οικονομικών ελίτ δεν υποστήριξαν αρχικά τους ναζί, άλλα όμως τους πλησίασαν, συνεργάστηκαν μαζί τους και στη συνέχεια μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα συμμετείχαν στην «αριοποίηση», στην εκμετάλλευση καταναγκαστικής εργασίας και στο οικονομικό σύστημα του ναζιστικού κράτους.

Και πολιτικά, ο Χίτλερ δεν κατέλαβε απλώς την καγκελαρία με κάποιο πραξικόπημα απέναντι σε όλους. Μετά την εκλογική υποχώρηση των ναζί τον Νοέμβριο του 1932, ο συντηρητικός Φραντς φον Πάπεν συνέβαλε αποφασιστικά στην άνοδό του στην καγκελαρία, θεωρώντας ότι οι παραδοσιακές ελίτ θα μπορούσαν να τον ελέγξουν. Στις 30 Ιανουαρίου 1933 ο Χίντενμπουργκ τον διόρισε καγκελάριο.

Έκαναν λάθος.

Αυτό είναι ίσως ένα από τα μεγαλύτερα ιστορικά μαθήματα: ο αυταρχισμός μπορεί να ξεκινά στο περιθώριο, αλλά για να γίνει πραγματικά επικίνδυνος χρειάζεται δρόμους προς την κανονικότητα. Χρειάζεται πολιτική νομιμοποίηση. Χρειάζεται κοινωνική ανοχή. Χρειάζεται μέσα επικοινωνίας. Χρειάζεται ανθρώπους που πιστεύουν ότι «θα τον χρησιμοποιήσουμε», «θα τον ελέγξουμε», «δεν είναι και τόσο επικίνδυνος».

Γι’ αυτό, δεκατρία χρόνια μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, το μήνυμα δεν μπορεί να εξαντλείται σε μία καταδίκη της Χρυσής Αυγής.

Οφείλουμε να κοιτάξουμε τις συνθήκες που επιτρέπουν στο ίδιο δηλητήριο να επιστρέφει με άλλο όνομα, άλλο πρόσωπο και διαφορετικό περιτύλιγμα.

Ο φασισμός τρέφεται όταν η εργασία απαξιώνεται.

Όταν ο εργαζόμενος νιώθει εγκαταλελειμμένος.

Όταν η κοινωνική ανισότητα παρουσιάζεται ως φυσική κατάσταση.

Όταν η οργή στρέφεται προς τον πιο αδύναμο αντί προς τις αιτίες που τη γεννούν.

Όταν το οργανωμένο εργατικό κίνημα αποδυναμώνεται και το συλλογικό «εμείς» αντικαθίσταται από το μίσος απέναντι στους «άλλους».

Γι’ αυτό και η απάντηση στον φασισμό δεν είναι μόνο ποινική.

Είναι κοινωνική. Είναι πολιτική με την ευρύτερη δημοκρατική έννοια. Είναι παιδεία. Είναι ιστορική μνήμη. Είναι ανεξάρτητη δημοσιογραφία. Είναι ισχυροί δημοκρατικοί θεσμοί. Και είναι ισχυρά, ελεύθερα συνδικάτα που ενώνουν τους εργαζόμενους αντί να τους χωρίζουν με βάση την καταγωγή, τη θρησκεία, το φύλο ή τις πολιτικές τους πεποιθήσεις.

Ο Παύλος Φύσσας δεν δολοφονήθηκε από μια «κακή στιγμή».

Δολοφονήθηκε από έναν μηχανισμό που είχε προλάβει να οργανωθεί, να αποκτήσει κοινωνική και πολιτική παρουσία, να εισέλθει στη Βουλή, να αποκτήσει δημόσιο βήμα και να κάνει τη βία μέρος της πολιτικής του πρακτικής.

Αυτό είναι που δεν πρέπει να ξεχνάμε.

Το αυγό του φιδιού δεν εκκολάπτεται μόνο του.
Το ζεσταίνουν η κοινωνική απόγνωση, η ανοχή, η κανονικοποίηση και η σιωπή.

Και απέναντι σε αυτά, η οργανωμένη εργασία, η δημοκρατία και η μνήμη είναι τα ουσιαστικά αντίβαρα.

Παύλος Φύσσας — 18 Σεπτεμβρίου 2013.
Δεν ξεχνάμε. Δεν συνηθίζουμε.

Για το Διοικητικό Συμβούλιο του ΠΑΝΣΥΠΟ

Leave feedback about this