Μελέτες - Προτάσεις Πολιτικής Νέα του Συλλόγου

Έως 29,9% χαμηλότερη αγοραστική δύναμη των δημοσίων υπαλλήλων από το 2009- Μελέτη του ΠΑΝΣΥΠΟ-Για ίδιο μηνιαίο μισθό, η απογευματινή υπερωριακή αμοιβή στο Δημόσιο αντιστοιχεί περίπου στο 42,5% της νόμιμης υπερωριακής αμοιβής στον ιδιωτικό τομέα.

16 χρόνια περικοπών, κατάργηση 13ου και 14ου μισθού, δύο χαμένα έτη μισθολογικής εξέλιξης, υπερωρίες στο 1/280 και 585,5 εκατ. ευρώ συμβουλευτικές συμβάσεις το 2025

Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Υπαλλήλων ΟΑΕΔ – τ.ΟΕΕ – τ.ΟΕΚ παρουσιάζει τη μελέτη «Δημόσιοι Υπάλληλοι 2009–2025: 16 χρόνια εισοδηματικών απωλειών», επιχειρώντας να απαντήσει με αριθμούς σε ένα ερώτημα που συνήθως συζητείται με αποσπασματικές αναφορές σε ονομαστικές αυξήσεις:

Πού βρίσκεται πραγματικά σήμερα το εισόδημα του δημοσίου υπαλλήλου σε σχέση με το 2009;

Η μελέτη παρακολουθεί τρία αντιπροσωπευτικά προφίλ υπαλλήλων ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ, με κοινή αφετηρία 15 έτη υπηρεσίας στις 31.12.2009. Εξετάζει το καθαρό ετήσιο εισόδημα, τη φορολογία και τις κρατήσεις, την κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού, τα μισθολογικά κλιμάκια, τη χαμένη διετία 2016–2017, την υπερωριακή εργασία και την πραγματική αγοραστική δύναμη.

Το αποτέλεσμα είναι σαφές: οι αυξήσεις των τελευταίων ετών δεν έχουν καλύψει την απόσταση που δημιουργήθηκε μέσα στην περίοδο 2009–2025.

Σε ονομαστικούς όρους, το καθαρό ετήσιο εισόδημα αυξήθηκε μέσα σε δεκαέξι χρόνια μόλις κατά 1,5% για τον ΔΕ, 12,2% για τον ΤΕ και 13,2% για τον ΠΕ. Όταν όμως συνυπολογιστεί ο επίσημος πληθωρισμός, η αγοραστική δύναμη βρίσκεται το 2025 20,4% χαμηλότερα για τον ΔΕ, 12,0% για τον ΤΕ και 11,2% για τον ΠΕ.

Η εικόνα γίνεται ακόμη δυσμενέστερη όταν εξετάζονται οι δαπάνες που δύσκολα μπορεί να αποφύγει ένα νοικοκυριό. Ο Γενικός ΔΤΚ αυξήθηκε κατά 27,46% από το 2009 έως το 2025, ενώ το σταθερό καλάθι Διατροφής, Στέγασης και Μεταφορών που υπολογίζει η μελέτη από τις επίσημες σειρές της ΕΛΣΤΑΤ αυξήθηκε κατά 44,8%. Με αυτό το μέτρο, η απώλεια αγοραστικής δύναμης φθάνει το 29,9% για τον ΔΕ, 22,5% για τον ΤΕ και 21,8% για τον ΠΕ.

Τα ευρήματα που δεν μπορούν πλέον να αγνοηθούν

  • 13ος και 14ος μισθός: με τους μισθούς του 2025, δύο πρόσθετοι βασικοί μισθοί αντιστοιχούν σε 2.981 ευρώ για ΔΕ, 3.799 ευρώ για ΤΕ και 4.021 ευρώ για ΠΕ. Η σωρευτική μικτή διαφορά από την κατάργησή τους έως το 2025 προσεγγίζει, στο οικονομικό σενάριο της μελέτης, τις 37.000, 48.000 και 51.000 ευρώ αντίστοιχα. Μετά την απόφαση 1201/2026 της Ολομέλειας του ΣτΕ, η επαναφορά τους βρίσκεται πλέον καθαρά στο πεδίο της νομοθετικής και δημοσιονομικής επιλογής.
  • Η διετία 2016–2017 εξακολουθεί να παράγει απώλειες. Τα δύο αυτά έτη δεν προσμετρήθηκαν στη μισθολογική εξέλιξη. Μέχρι 31.12.2025 η επιβεβαιωμένη μικτή απώλεια των τριών προφίλ έχει φθάσει τα 3.600 ευρώ για ΔΕ, 5.940 ευρώ για ΤΕ και 6.372 ευρώ για ΠΕ. Η χρονική υστέρηση συνεχίζεται μέχρι να κλείσει η διαφορά στα καταληκτικά ΜΚ.
  • Οι υπερωρίες έχουν υποστεί διπλή υποβάθμιση. Το ανώτατο όριο της απογευματινής υπερωριακής εργασίας περιορίστηκε από 720 ώρες ετησίως το 2009 σε 240, ενώ η αμοιβή της ώρας πέρασε από το 1/200 στο 1/280 του βασικού μισθού. Σήμερα τα τρία προφίλ της μελέτης αμείβονται με μόλις 5,49 ευρώ, 6,95 ευρώ και 7,35 ευρώ μικτά ανά ώρα αντίστοιχα.
  • Για τον ίδιο μηνιαίο μισθό, η υπερωριακή ώρα στο Δημόσιο αξίζει περίπου το 42,5% της νόμιμης υπερωρίας στον ιδιωτικό τομέα. Στους ίδιους μισθούς των 1.538, 1.947 και 2.058 ευρώ, η νόμιμη υπερωρία του ιδιωτικού τομέα αντιστοιχεί σε 12,92, 16,35 και 17,29 ευρώ ανά ώρα. Δηλαδή περίπου 2,35 φορές περισσότερο.
  • Δεν χρειάζεται ούτε μία επιπλέον ώρα για να αλλάξει ριζικά η εικόνα. Αν διατηρηθεί το σημερινό όριο των 20 ωρών τον μήνα και αλλάξει μόνο ο τρόπος αμοιβής, ώστε η ίδια πρόσθετη ώρα να αποζημιώνεται με τον μηχανισμό της νόμιμης υπερωρίας του ιδιωτικού τομέα, η μέγιστη ετήσια μικτή αποζημίωση θα αυξανόταν περίπου κατά 135%: από 1.318 σε 3.101 ευρώ για τον ΔΕ, από 1.668 σε 3.924 ευρώ για τον ΤΕ και από 1.764 σε 4.150 ευρώ για τον ΠΕ.
  • Η ελληνική υπερωρία βρίσκεται σε εξαιρετικά δυσμενή θέση και στην ευρωπαϊκή σύγκριση. Η μελέτη εξέτασε δημόσια συστήματα σε Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία και Κύπρο. Στη Γερμανία καταγράφονται προσαυξήσεις 15%–30%, στη Γαλλία 25%–27%, στην Ιταλία 15%–50%, στην Κύπρο 50%–100%, ενώ στην Ισπανία η αντιστάθμιση σε χρόνο μπορεί να φθάνει στο 100%–150% επιπλέον. Στο συγκεκριμένο συγκριτικό δείγμα δεν εντοπίστηκε μηχανισμός αντίστοιχος με το ελληνικό 1/280 του βασικού μισθού χωρίς ποσοστιαία προσαύξηση για την απλή απογευματινή υπερωρία. Η μελέτη δεν γενικεύει το εύρημα στο σύνολο των κρατών της ΕΕ, αναδεικνύει όμως ένα πρόβλημα που απαιτεί άμεση επανεξέταση.
  • Ακόμη και αν ένας υπάλληλος εξαντλούσε κάθε χρόνο το μέγιστο θεσμικά διαθέσιμο όριο υπερωριών, η απώλεια δεν καλύπτεται. Η πραγματική αξία της μέγιστης υπερωριακής αμοιβής έχει μειωθεί πάνω από 70% σε σχέση με το 2009. Στο θεωρητικό σενάριο πλήρους αξιοποίησης, η σωρευτική πραγματική απώλεια υπερωριακής δυνατότητας για το 2010–2025 προσεγγίζει τα 44.600 ευρώ για ΔΕ, 48.900 ευρώ για ΤΕ και 51.200 ευρώ για ΠΕ.

Και μέσα σε αυτή την εικόνα εμφανίζεται ένα ακόμη εύρημα που δεν μπορεί να μείνει έξω από τη συζήτηση για τις δημοσιονομικές προτεραιότητες.

Το 2025, η οριζόντια αύξηση των 30 ευρώ τον μήνα στους δημοσίους υπαλλήλους είχε δημοσιονομικό κόστος 215 εκατ. ευρώ μαζί με τις εργοδοτικές εισφορές.

Την ίδια χρονιά, η έρευνα Consultocracy καταγράφει 613 συμβουλευτικές συμβάσεις αξίας 585,5 εκατ. ευρώ. Η μέση καταγεγραμμένη συμβουλευτική αξία ανά σύμβαση προσεγγίζει τις 955.000 ευρώ, ενώ το 2024 είχε ξεπεράσει το 1 εκατ. ευρώ ανά σύμβαση.

Τα 585,5 εκατ. ευρώ είναι περίπου 2,72 φορές το συνολικό κόστος της αύξησης των 30 ευρώ.

Η σύγκριση αφορά την κλίμακα των πόρων. Η συμβασιοποιημένη αξία των συμβουλευτικών υπηρεσιών και η ετήσια μισθολογική δαπάνη έχουν διαφορετική λογιστική φύση. Επίσης, η μελέτη δεν αντιμετωπίζει συλλήβδην την εξωτερική τεχνογνωσία ως περιττή. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες είναι αναγκαία.

Όταν όμως εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ κατευθύνονται στην αγορά συμβουλευτικών υπηρεσιών, η ίδια δημοσιονομική αυστηρότητα που εφαρμόζεται στους μισθούς πρέπει να εφαρμόζεται και εκεί: ποια ανάγκη καλύπτεται, γιατί δεν μπορεί να καλυφθεί από τις υπηρεσίες, ποιο είναι το κόστος, ποιο το παραδοτέο, ποιο το μετρήσιμο αποτέλεσμα και πόση τεχνογνωσία παραμένει τελικά στο Δημόσιο;

Για τον ΠΑΝΣΥΠΟ, τα στοιχεία οδηγούν πλέον σε συγκεκριμένη ατζέντα.

Η αναγνώριση της διετίας 2016–2017 πρέπει να εξεταστεί άμεσα και να κοστολογηθεί. Η επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού αποτελεί μετά την απόφαση του ΣτΕ καθαρή πολιτική και νομοθετική επιλογή. Ο τρόπος αμοιβής της υπερωριακής εργασίας χρειάζεται συνολική αναμόρφωση, με κατάργηση της σημερινής εξαιρετικά χαμηλής αποτίμησης της ώρας. Και κάθε νέα μισθολογική πολιτική πρέπει να αξιολογείται με βάση την πραγματική αγοραστική δύναμη και όχι μόνο την ονομαστική μεταβολή του βασικού μισθού.

Η συζήτηση για τους δημοσίους υπαλλήλους δεν μπορεί να συνεχίζεται σαν να μην υπάρχει κανένα πρόβλημα αμοιβών.

Προηγήθηκαν δεκαέξι χρόνια περικοπών, χαμένων παροχών, παγωμένης μισθολογικής εξέλιξης, συρρίκνωσης της πρόσθετης αμοιβής και μιας αύξησης του κόστους βασικών αναγκών κατά 44,8%.

Οι αυξήσεις των τελευταίων ετών καταγράφονται. Το ίδιο όμως καταγράφονται και οι απώλειες που δεν ανακτήθηκαν, η διετία που εξακολουθεί να κοστίζει, οι δύο μισθοί που χάθηκαν, η υπερωριακή ώρα που αποτιμάται χαμηλότερα από συγκρίσιμα καθεστώτα και η πραγματική αγοραστική δύναμη που παραμένει αισθητά κάτω από το 2009.

Η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται σε μεμονωμένες αυξήσεις και ονομαστικά ποσά. Χρειάζεται συνολικός απολογισμός και καθαρές πολιτικές επιλογές.

Πόσο από το εισόδημα που χάθηκε έχει πράγματι αποκατασταθεί;
Πόσο αποτιμά σήμερα το κράτος την πρόσθετη εργασία των υπαλλήλων του;
Ποια είναι η πραγματική αξία του μισθού απέναντι στο κόστος ζωής;
Και ποιες δαπάνες θεωρεί τελικά προτεραιότητα;

Αυτά είναι πλέον τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν στη Βουλή, στον δημόσιο διάλογο και στις επόμενες αποφάσεις για τη μισθολογική πολιτική.

Ο ΠΑΝΣΥΠΟ καταθέτει τα στοιχεία.
Η Πολιτεία οφείλει πλέον να καταθέσει τις απαντήσεις.

Δεκαέξι χρόνια μετά το 2009, η μισθολογική αποκατάσταση δεν μπορεί να παραπέμπεται διαρκώς στο μέλλον.

Για το Διοικητικό Συμβούλιο ΠΑΝ.Σ.ΥΠ.Ο

Leave feedback about this