Νέα του Συλλόγου ΠΑΝΣΥΠΟ

«Όποιος θέλει βρίσκει δουλειά»: Οι αριθμοί διαψεύδουν τον κυβερνητικό εκπρόσωπο

Οι εργαζόμενοι πλήρωσαν τις εισφορές, η κυβέρνηση σχεδιάζει να διαθέσει τα χρήματα στις επιχειρήσεις

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης δήλωσε στην ΕΡΤ ότι «δεν υπάρχει άνθρωπος που να θέλει να βρει δουλειά στη χώρα αυτή τη στιγμή και να μη βρίσκει» και ότι το επίδομα ανεργίας δεν πρέπει να ξεπερνά τους δύο μήνες, ώστε τα «εξοικονομούμενα» κονδύλια να διοχετευθούν σε μείωση ασφαλιστικών εισφορών επιχειρήσεων.

Το επίδομα ανεργίας δεν είναι επίδομα- χάρισμα — είναι ανταποδοτική παροχή

Ο ΠΑΝΣΥΠΟ θέτει ένα βασικό ζήτημα αρχής που ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αποσιωπά: το επίδομα ανεργίας δεν είναι κρατική «γενναιοδωρία» που μπορεί να περικόπτεται κατά το δοκούν, ανάλογα με τη δημοσιονομική ή προεκλογική συγκυρία. Είναι ανταποδοτική ασφαλιστική παροχή, χρηματοδοτούμενη από συγκεκριμένη εισφορά υπέρ ανεργίας που καταβάλλουν εργοδότες και εργαζόμενοι σε κάθε μισθοδοσία, καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασιακής ζωής. Ο εργαζόμενος δεν «περιμένει μια χάρη» όταν χάνει τη δουλειά του. Εισπράττει αυτό για το οποίο έχει ήδη πληρώσει ασφάλιστρο.

Αν, λοιπόν, η κυβέρνηση θέλει να μιλά με όρους ανταποδοτικότητας —όπως επιμένει όταν πρόκειται για συντάξεις ή άλλες ασφαλιστικές παροχές— τότε οφείλει να εφαρμόζει την ίδια λογική και εδώ: η διάρκεια και το ύψος του επιδόματος πρέπει να αντιστοιχούν στις εισφορές που έχουν καταβληθεί, όχι στην τρέχουσα πολιτική σκοπιμότητα. Η πρόταση Μαρινάκη κάνει ακριβώς το αντίθετο: παίρνει πόρους που έχουν συγκεντρωθεί από ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένων και τους ανακατευθύνει σε μείωση εργοδοτικών εισφορών — δηλαδή μεταφέρει χρήμα που «ανήκει» στους ασφαλισμένους ανέργους προς τις επιχειρήσεις. Αυτό δεν αποτελεί εξορθολογισμό, αλλά αναδιανομή προς τα πάνω, με πρόσχημα τη δημοσιονομική «εξοικονόμηση».

Οι εποχικά εργαζόμενοι: το επίδομα δεν φτάνει ούτε για τις βασικές ανάγκες

Η αδικία του ισχύοντος καθεστώτος είναι ακόμη πιο έντονη για τους εποχικά εργαζόμενους του τουρισμού, του επισιτισμού, της οικοδομής και του αγροτικού τομέα, που κάθε χρόνο περνούν παρατεταμένες περιόδους αναγκαστικής αδράνειας εκτός εργασίας, χωρίς καμία δική τους ευθύνη — η εποχικότητα είναι δομικό χαρακτηριστικό των κλάδων τους, όχι επιλογή τους.

Το σημερινό ειδικό εποχικό επίδομα δεν αντικατοπτρίζει πλέον το πραγματικό κόστος διαβίωσης ούτε τη διάρκεια της αναγκαστικής ανεργίας που βιώνουν αυτοί οι εργαζόμενοι. Πρόκειται για μια παροχή που έχει διαβρωθεί σταδιακά από τα χρόνια των μνημονίων και μετά, όταν σειρά περικοπών αποδυνάμωσε τόσο το ύψος όσο και τους όρους πρόσβασης σε αυτό. Ο ΠΑΝΣΥΠΟ ζητά αναλογική επαναφορά του επιδόματος των εποχικά εργαζομένων στα επίπεδα που ίσχυαν πριν από τα μνημονιακά χρόνια, ώστε η παροχή να ανταποκρίνεται και πάλι στην πραγματική διάρκεια της εποχικής ανεργίας και στο πραγματικό κόστος ζωής — και όχι να παραμένει καθηλωμένη σε επίπεδα κρίσης, δεκαπέντε και πλέον χρόνια μετά.

Δεν μπορεί μια κυβέρνηση να μιλά για «εξορθολογισμό» και ταυτόχρονα να αφήνει τους εποχικά εργαζόμενους —μία από τις πλέον εκτεθειμένες ομάδες της αγοράς εργασίας— με ένα επίδομα που δεν έχει αναπροσαρμοστεί ανάλογα με τις ανάγκες τους. Η αναλογική επαναφορά είναι αποκατάσταση μιας αδικίας που κράτησε πολύ περισσότερο από όσο δικαιολογούσε η όποια δημοσιονομική ανάγκη της εποχής των μνημονίων.

Τα στοιχεία διαψεύδουν την αφήγηση «όποιος θέλει δουλειά βρίσκει»

Η πρόσφατη μελέτη του ΠΑΝΣΥΠΟ, «Η ελληνική αγορά εργασίας χωρίς φίλτρα», βασισμένη σε επίσημα στοιχεία Eurostat, ΕΛΣΤΑΤ, ΔΥΠΑ, ΕΡΓΑΝΗ και e-ΕΦΚΑ, δείχνει ότι:

  • Το 2025 παρέμεναν άνεργοι περίπου 422.000 άνθρωποι, εκ των οποίων 235.500 για τουλάχιστον έναν χρόνο και περίπου 155.000 για τουλάχιστον δύο χρόνια.
  • Η μακροχρόνια ανεργία στην Ελλάδα είναι 2,6 φορές υψηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ, πάνω από έναν στους δύο ανέργους στη χώρα μας είναι μακροχρόνια άνεργος, έναντι λιγότερο από έναν στους τρεις στην Ευρώπη.
  • Μόλις κάτω από το 20% των ανέργων του 2024 βρήκαν δουλειά μέσα στο 2025, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 36,3%. Με δυο λόγια: ο μέσος άνεργος στην Ελλάδα χρειάζεται πολύ περισσότερο από δύο μήνες για να επανενταχθεί.
  • Σχεδόν μία στις δύο νέες προσλήψεις το 2025 ήταν μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης, με μέση μικτή αμοιβή στη μερική απασχόληση μόλις 563,30 ευρώ τον μήνα — ποσό που, σε ετήσια αναγωγή και μετά τις ασφαλιστικές εισφορές, υπολείπεται του επίσημου κατωφλιού κινδύνου φτώχειας της ΕΛΣΤΑΤ.
  • Η ίδια η ΔΥΠΑ καταγράφει 915.889 εγγεγραμμένους ανέργους τον Δεκέμβριο του 2025, σχεδόν 561.000 περισσότερους από τους 354.904 στατιστικά ανέργους της ΕΛΣΤΑΤ.

Με ανεργία διάρκειας ενός και δύο ετών σε αυτά τα επίπεδα, ένα επίδομα δύο μηνών δεν αποτελεί «εξορθολογισμό» — αποτελεί εγκατάλειψη της πλειονότητας των μακροχρόνια ανέργων ακριβώς τη στιγμή που τη χρειάζονται περισσότερο.

Πού οδηγεί, στην πράξη, αυτή η πολιτική;

Το ερώτημα δεν είναι μόνο τι συμβαίνει με το επίδομα ανεργίας. Είναι τι είδους κοινωνία σχεδιάζεται όταν διαλύονται τα ελάχιστα εργαλεία κοινωνικής προστασίας — και μάλιστα εκείνα που οι ίδιοι οι εργαζόμενοι έχουν ήδη πληρώσει μέσω εισφορών.

Το πιο ενδεικτικό στοιχείο της ασυνέπειας της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας είναι το εξής: την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση επικαλείται «ανταποδοτικότητα» για να περικόψει ένα ασφαλιστικό επίδομα, συνεχίζει απρόσκοπτα να διανέμει μη ανταποδοτικές, εφάπαξ παροχές χωρίς καμία δημοσιευμένη αξιολόγηση αποτελεσματικότητας:

  • Το εφάπαξ βοήθημα των 300 ευρώ που καταβάλλεται σε μακροχρόνια ανέργους απλώς επειδή συντάσσουν Ψηφιακό Ατομικό Σχέδιο Δράσης (ν. 4921/2022, «Δουλειές Ξανά») δεν συνδέεται με καμία εισφορά, ούτε με απόδειξη ότι οδήγησε σε πραγματική εύρεση εργασίας. Σύμφωνα με τις ίδιες τις ανακοινώσεις της ΔΥΠΑ, το ποσό αυτό έχει ήδη καταβληθεί σε πάνω από 100.186 δικαιούχους πανελλαδικά — δηλαδή πάνω από 30 εκατομμύρια ευρώ δημοσίου χρήματος — χωρίς να έχει δημοσιευθεί ούτε μία επίσημη αξιολόγηση για το πόσοι από αυτούς βρήκαν πραγματικά δουλειά στη συνέχεια. Είναι, στην ουσία, ένα ακόμη επίδομα — απλώς δεν ονομάζεται έτσι, και δεν λογοδοτεί με τους όρους που η ίδια η κυβέρνηση επιβάλλει στο επίδομα ανεργίας. Ο ΠΑΝΣΥΠΟ ζητά να δημοσιοποιηθεί πόσοι από τους 100.186 δικαιούχους βρήκαν στη συνέχεια πραγματική, σταθερή απασχόληση, και πόσοι απλώς εισέπραξαν το ποσό χωρίς καμία ουσιαστική μεταβολή στην εργασιακή τους κατάσταση.
  • Τα εκπαιδευτικά voucher κατάρτισης —750, ακόμη και 1.500 ευρώ ανά δικαιούχο, με δεκάδες χιλιάδες συμμετέχοντες σε κάθε κύκλο— καταβάλλονται με βάση τις ώρες παρακολούθησης, όχι με βάση το αποτέλεσμα. Δεν υπάρχει καμία συστηματική, δημόσια αξιολόγηση που να απαντά στο απλό ερώτημα: από όσους καταρτίστηκαν, πόσοι βρήκαν δουλειά σε αντικείμενο σχετικό με αυτό που διδάχθηκαν; Η ίδια η ΔΥΠΑ αναφέρει ότι πάνω από 260.000 άνθρωποι «βρήκαν εργασία ή διατήρησαν τη θέση τους» μέσω τέτοιων δράσεων, χωρίς όμως να έχει δημοσιεύσει τη μεθοδολογία που να αποδεικνύει πόσοι από αυτούς θα είχαν βρει εργασία ούτως ή άλλως, χωρίς την παρέμβαση.
  • Ο ίδιος ο ΟΟΣΑ, σε ανεξάρτητη αξιολόγηση του Φεβρουαρίου 2024, επιβεβαιώνει ότι η ελληνική δαπάνη για ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης παραμένει χαμηλότερη του μέσου όρου (0,30% του ΑΕΠ έναντι 0,42%), ότι σχεδόν οι μισοί πόροι (48,4%) κατευθύνονται σε προγράμματα άμεσης δημιουργίας θέσεων —μέτρα που οι διεθνείς αξιολογήσεις χαρακτηρίζουν συχνά αναποτελεσματικά για μετάβαση σε μόνιμη, μη επιδοτούμενη απασχόληση— και ότι η συμμετοχή σε κατάρτιση και επιδοτήσεις μισθών παραμένει χαμηλή, παρά τη θετική τους επίδραση σε όσους πράγματι τις λαμβάνουν.

Η αντίφαση είναι προφανής: όταν πρόκειται για ένα ασφαλιστικό δικαίωμα που έχουν ήδη πληρώσει οι εργαζόμενοι, η κυβέρνηση απαιτεί περιορισμούς και αυστηρά χρονικά όρια επιδότησης. Όταν πρόκειται για δικά της, μη ανταποδοτικά προγράμματα δαπάνης δημοσίου χρήματος — εφάπαξ βοηθήματα, voucher κατάρτισης χωρίς αξιολόγηση αποτελέσματος — δεν υπάρχει καμία αντίστοιχη απαίτηση λογοδοσίας ή αποτελεσματικότητας. Η επιλεκτική αυστηρότητα αποκαλύπτει την πραγματική κατεύθυνση: όχι εξορθολογισμό, αλλά αποδυνάμωση των εργαλείων κοινωνικής ασφάλισης που ελέγχονται και διεκδικούνται ως δικαίωμα, υπέρ διάσπαρτων, δυσανάλογα λιγότερο ελεγμένων παροχών που λειτουργούν περισσότερο ως πολιτική βιτρίνα παρά ως πραγματική πολιτική επανένταξης.

Και ενώ όλα αυτά συζητούνται, η Δ.ΥΠ.Α κρύβει τη δική της μελέτη

Με την υπ’ αριθμ. 913/31/14.04.2026 Απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Δ.ΥΠ.Α (ΑΔΑ: Ψ2604691Ω2-Τ33), το Δ.Σ. αποφάσισε την οριστική παραλαβή του έργου «Εκτίμηση των οικονομικών επιδράσεων από την πιλοτική εφαρμογή του νέου μοντέλου επιδότησης της ανεργίας υπό το πρίσμα των επιδιωκόμενων στόχων», που εκπονήθηκε από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΛΚΕ/ΟΠΑ) κατόπιν αμοιβής, στο πλαίσιο Προγραμματικής Σύμβασης με τη ΔΥΠΑ. Παρόλο που η οριστική παραλαβή έχει πραγματοποιηθεί από τις 14 Απριλίου 2026, το πόρισμα παραμένει μέχρι σήμερα αδημοσίευτο — ακριβώς τη στιγμή που η κυβέρνηση προφανώς προαναγγέλλει περαιτέρω περικοπές στο ίδιο ακριβώς μέτρο.

Ο ΠΑΝΣΥΠΟ απαιτεί:

  • Σεβασμό στον ανταποδοτικό χαρακτήρα του επιδόματος ανεργίας: διάρκεια και ύψος συνδεδεμένα με τις εισφορές που έχουν καταβληθεί, όχι με πολιτική σκοπιμότητα.
  • Αναλογική επαναφορά του ειδικού εποχικού επιδόματος στα επίπεδα πριν από τα μνημονιακά χρόνια, ώστε να ανταποκρίνεται στην πραγματική διάρκεια της εποχικής ανεργίας και στο σημερινό κόστος ζωής.
  • Απόσυρση κάθε σχεδίου περικοπής του επιδόματος ανεργίας.
  • Άμεση δημοσίευση της μελέτης ΟΠΑ/ΕΛΚΕ για τις οικονομικές επιδράσεις του νέου εμπροσθοβαρούς μοντέλου, την οποία η ΔΥΠΑ έχει παραλάβει οριστικά από τις 14.04.2026.
  • Δημόσια, αναλυτική αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του εφάπαξ βοηθήματος των 300 ευρώ για μακροχρόνια ανέργους —πάνω από 30 εκατομμύρια ευρώ σε πάνω από 100.000 δικαιούχους μέχρι σήμερα— με στοιχεία για το πόσοι δικαιούχοι βρήκαν πραγματικά εργασία μετά τη λήψη του.
  • Δημόσια, αναλυτική αξιολόγηση των voucher κατάρτισης (750€, 1.500€): πόσοι καταρτισθέντες βρήκαν εργασία σχετική με το αντικείμενο κατάρτισης, και εντός ποιου χρονικού διαστήματος.
  • Ενιαία, διαφανή και τακτική δημοσίευση δεικτών αποτελεσματικότητας για κάθε ενεργητική πολιτική απασχόλησης που χρηματοδοτείται με δημόσιο χρήμα, πριν αυτή επεκταθεί ή χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα για περικοπές αλλού.

Δεν μπορεί να ζητείται λογοδοσία και ανταποδοτικότητα μόνο από τον άνεργο. Η ίδια λογοδοσία οφείλεται και για κάθε ευρώ δημοσίου χρήματος που δαπανάται στο όνομά του. Ο ΠΑΝΣΥΠΟ θα συνεχίσει να απαιτεί πολιτική βασισμένη σε στοιχεία, όχι σε επιλεκτικές εντυπώσεις.

Για το Δ.Σ. του ΠΑΝΣΥΠΟ

Leave feedback about this