Νέα του Συλλόγου ΠΑΝΣΥΠΟ

Η Ελλάδα βγήκε από τα Μνημόνια, οι δημόσιοι υπάλληλοι έμειναν στις περικοπές

ΣτΕ 1201/2026: Η επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού περνά πλέον στην κυβέρνηση και τη Βουλή

Η δικαστική απόφαση εκδόθηκε. Η πολιτική ευθύνη παραμένει ακέραιη. Και τα επίσημα στοιχεία κάνουν ακόμη πιο δύσκολη την άρνηση της αποκατάστασης.

Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την απόφαση 1201/2026, απέρριψε την επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας (13ου και 14ου μισθού) στους δημοσίους υπαλλήλους. Ο ΠΑΝ.Σ.ΥΠ.Ο. εκφράζει την πλήρη αντίθεσή του και επισημαίνει ότι το ίδιο το σκεπτικό της απόφασης αναιρεί τον «οριστικό» της χαρακτήρα: το Δικαστήριο δεν έκρινε ότι η επαναφορά είναι αδύνατη ή παράνομη. Έκρινε ότι είναι επιλογή του νομοθέτη.

Απαντάμε σημείο προς σημείο, με βάση αποκλειστικά επίσημα στοιχεία: ΕΛΣΤΑΤ, Eurostat, e-ΕΦΚΑ και την ίδια την ισχύουσα νομοθεσία.

1. Στο επιχείρημα του «ειδικού καθεστώτος» και της ισότητας

Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι, λόγω του ιδιαίτερου καθεστώτος τους, δεν τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες με τους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα, και άρα η διαφορετική μεταχείριση δεν παραβιάζει την ισότητα.

Το «διαφορετικό καθεστώς» στην υπόλοιπη Ευρώπη δεν σημαίνει λιγότερα, σημαίνει περισσότερα. Στην Ισπανία το Δημόσιο εφαρμόζει σύστημα 14 μισθών θεσμοθετημένο με νόμο, και οι δημόσιοι υπάλληλοι πληρώνονται περίπου 10% υψηλότερα από τον ιδιωτικό τομέα. Στην Ελλάδα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: ο ιδιωτικός τομέας λαμβάνει εκ νόμου 14 μισθούς, ο δημόσιος 12 — περίπου 20% λιγότερο ετήσιο εισόδημα. Το «ειδικό καθεστώς» το επικαλείται το κράτος δηλαδή μόνο για να αφαιρεί, ποτέ για να αποδίδει τα όσα οφείλονται για την αξιοπρεπή διαβίωσή μας. Δεν είναι τυχαίο ότι έξι μέλη της Ολομέλειας μειοψήφησαν ακριβώς στο ζήτημα της ισότητας.

2. Στο δημοσιονομικό επιχείρημα και πώς τα υπερπλεονάσματα χτίζονται πάνω στην αφαίμαξή μας

Το Δικαστήριο επικαλέστηκε τη δημοσιονομική ευστάθεια. Τα επίσημα νούμερα λένε την αντίθετη ιστορία.

Τα υπερπλεονάσματα υπάρχουν και είναι τεράστια. Κατά την ΕΛΣΤΑΤ, το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης για το 2025 διαμορφώθηκε σε περίπου 12,3 δισ. ευρώ (της τάξης του 4,9% του ΑΕΠ), όταν ο στόχος ήταν μόλις 3,7% — υπέρβαση περίπου 2,6 δισ. ευρώ πάνω από την επίσημη πρόβλεψη. Και τα πλεονάσματα αυτά χτίζονται κυρίως από την υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων, δηλαδή από την τσέπη των νοικοκυριών. Όσο η ακρίβεια και η κερδοσκοπία σε μια ανεξέλεγκτη αγορά εκτοξεύουν τις τιμές, τόσο περισσότερος ΦΠΑ και έμμεσοι φόροι ρέουν στο ταμείο. Το πλεόνασμα είναι σε μεγάλο βαθμό προϊόν της ίδιας της αφαίμαξης του κόσμου. Είναι προκλητικό να χτίζεται στις πλάτες μας και ταυτόχρονα να μας λένε ότι «δεν υπάρχουν χρήματα».

Το κόστος των δώρων είναι κλάσμα του πλεονάσματος και η πραγματική καθαρή επιβάρυνση είναι ακόμη μικρότερη: ένα μεγάλο μέρος των δώρων επιστρέφει άμεσα στο δημόσιο ταμείο μέσω φόρου εισοδήματος, κρατήσεων, ασφαλιστικών εισφορών και ΦΠΑ. Τα δώρα δεν «εξαφανίζονται»: ξεπληρώνουν χρέη προς εφορία και τράπεζες, καλύπτουν λογαριασμούς, αγοράζουν προϊόντα τροφοδοτώντας τα έσοδα του ΦΠΑ, την ζήτηση και την πραγματική οικονομία. Πρόκειται για μία από τις πλέον άμεσα ανακυκλούμενες δαπάνες, όχι για ένα «χαμένο» κόστος του Δημοσίου.

Και για επιλεκτικά μπόνους «υπάρχουν» πάντα χρήματα. Ο προϋπολογισμός για τα πριμ παραγωγικότητας στους λίγους διπλασιάστηκε: από 20 εκατ. ευρώ το 2024 σε 40 εκατ. ευρώ το 2025 — 60 εκατ. σε δύο μόλις χρόνια. Και αυτό είναι μόνο το «βασικό» σκέλος. Χωριστά και επιπλέον, μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, θεσμοθετήθηκε ειδικό σύστημα ανταμοιβής για υπαλλήλους σε έργα «Ελλάδα 2.0» (ΚΥΑ 131880 ΕΞ 2025, ΦΕΚ Β΄ 4153/2025, με υπογραφή 23 υπουργών), που μοιράζει έως και 10 εκατ. ευρώ ανά κύκλο και φτάνει έως δύο επιπλέον μισθούς κατά κεφαλήν. Συνολικά, περίπου 30.000 υπάλληλοι έχουν ήδη λάβει τη μία ή την άλλη ανταμοιβή. Το συμπέρασμα είναι εκκωφαντικό: για δύο επιπλέον μισθούς στους επιλεγμένους «υπάρχουν» χρήματα αλλά για τα δώρα όλων, «δεν υπάρχουν». Η επιλεκτική, υπό όρους επιβράβευση δεν αντικαθιστά ένα καθολικό, κατοχυρωμένο δικαίωμα αλλά το υπονομεύει, χτίζοντας ένα Δημόσιο δύο ταχυτήτων.

Απέναντι σε όλα αυτά, το χρήμα βρίσκει πάντα δρόμο προς τους λίγους: κατά τη μελέτη μας, το 76,7% των κρατικών συμβάσεων του 2024 έγιναν με απευθείας ανάθεση, αξίας 2,5 δισ. ευρώ σε ένα μόνο έτος, ενώ χιλιάδες μετακλητοί χωρίς προσόντα καταλαμβάνουν θέσεις ευθύνης.

3. Στην επίκληση του «εθνικού νομοθέτη» το ίδιο το ΣτΕ επιστρέφει την ευθύνη στην κυβέρνηση

Το Δικαστήριο δέχθηκε, ακολουθώντας και το ΔΕΕ (υπόθεση C-19/23), ότι η ρύθμιση των αποδοχών ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη και ότι η Οδηγία 2022/2041 δεν παρέχει από μόνη της αγώγιμο δικαίωμα. Μια επιβεβαίωση δηλαδή του αυτονόητου: η επαναφορά των δώρων εξαρτάται αποκλειστικά από την πολιτική βούληση της κυβέρνησης και της Βουλής. Δεν υπάρχουν σαν επιχειρήματα «οι Βρυξέλλες μας εμποδίζουν» αλλά και κανένα απολύτως νομικό κώλυμα.

Υπάρχει μόνο ένα «δεν θέλουμε» που ντύνεται με το ψευδεπίγραφο «δεν μπορούμε».

4. Στο επιχείρημα ότι δεν κινδυνεύει η «αξιοπρεπής διαβίωση»

Τα επίσημα στοιχεία λένε το αντίθετο. Ο πληθωρισμός τον Ιούλιο 2026 παρέμεινε στο 3,4% (ΕΛΣΤΑΤ), με τις ανατιμήσεις να επιμένουν εκεί που πονάει: ενοίκια +6,8%, ομάδα στέγασης +8,8% (Eurostat), πετρέλαιο θέρμανσης +53,2%, φυσικό αέριο +16,7%, καύσιμα κίνησης +22,1%. Η Ελλάδα κατέγραψε τη 2η μεγαλύτερη αύξηση κόστους στέγασης στην ΕΕ και είναι πρώτη στην ΕΕ στο κόστος στέγασης σε σχέση με το εισόδημα. Στην Αθήνα, ένα αξιοπρεπές διαμέρισμα κοστίζει πλέον περί τα 1.570 ευρώ — πάνω από 1,5 φορά τον κατώτατο μισθό. Κατά την ΕΛΣΤΑΤ, το 27,5% του πληθυσμού βρέθηκε το 2025 σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού — περίπου 2,8 εκατομμύρια άνθρωποι. Η «αξιοπρεπής διαβίωση» των πολιτών όμως δεν μετριέται με κανένα στατιστικό στοιχείο και σε κανένα Μεσοπρόθεσμο πλαίσιο. Μετριέται στο τέλος του μήνα.

5. Παγιδευμένοι: στον δημόσιο υπάλληλο απαγορεύεται ακόμη και η δεύτερη δουλειά

Εδώ βρίσκεται η μεγάλη υποκρισία της απόφασης. Ο δημόσιος υπάλληλος δεν έχει καν το δικαίωμα να καλύψει μόνος του την απώλεια των δώρων με μια δεύτερη εργασία. Κατά το άρθρο 31 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007), μπορεί να ασκήσει ιδιωτικό έργο με αμοιβή μόνο μετά από άδεια, η οποία χορηγείται ύστερα από σύμφωνη αιτιολογημένη γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου — και μάλιστα με τις αποδοχές από αυτό να μην επιτρέπεται να υπερβαίνουν τις μεικτές αποδοχές της οργανικής του θέσης. Οι άδειες αυτές χορηγούνται με εξαιρετική φειδώ, αφού το νομικό πλαίσιο δίνει πλήθος λόγων απόρριψης, ενώ η άσκηση εργασίας χωρίς άδεια συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα.

Ρωτάμε ευθέως: ποιες επιλογές έχει ένας δημόσιος υπάλληλος για να τα βγάλει πέρα π.χ. με δύο παιδιά που σπουδάζουν σε άλλη πόλη, με ενοίκιο, δίδακτρα και έξοδα διαβίωσης; Του αφαιρούν τα δώρα, του απαγορεύουν τη δεύτερη δουλειά, και ύστερα τον διαβεβαιώνουν ότι «δεν κινδυνεύει η αξιοπρεπής διαβίωσή του». Ο εγκλωβισμός των δημοσίων υπαλλήλων είναι πλήρης και σχεδιασμένος.

6. Απωθητικό Δημόσιο ή χειρότερα, ελεγχόμενο Δημόσιο;

Μήπως τελικά υπάρχει συνειδητή πολιτική επιλογή; Και μάλιστα όχι απλώς για ένα Δημόσιο που δεν θα είναι ελκυστικό, αλλά για ένα Δημόσιο απολύτως ελεγχόμενο. Οι αποδείξεις υπάρχουν: δεν προσλαμβάνονται μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι. Όπως τεκμηρίωσε μελέτη του ΠΑΝ.Σ.ΥΠ.Ο., ο κανόνας «μία αποχώρηση – μία πρόσληψη» δεν αντιστοιχεί σε αποχώρηση μονίμου με πρόσληψη μονίμου, αλλά με πρόσληψη ορισμένου χρόνου. Η μόνιμη, σταθερή εργασία αντικαθίσταται σταδιακά από επισφαλείς, προσωρινές σχέσεις.

Το αποτέλεσμα είναι μετρήσιμο: γερασμένο προσωπικό, κύμα συνταξιοδοτήσεων χωρίς αντικατάσταση, και υπηρεσίες που «μένουν στον αέρα» — ειδικά όπου οι θέσεις μονίμων «καλύπτονται» προσωρινά με συμβασιούχους ΕΣΠΑ ή προγραμμάτων Δ.ΥΠ.Α. που, όταν λήξουν, αφήνουν και τον πολίτη χωρίς εξυπηρέτηση και το δημόσιο υποστελεχωμένο.

Το μοντέλο που διαμορφώνεται είναι ένα Δημόσιο με λίγους μονίμους, που θα επιβραβεύονται επιλεκτικά με μπόνους και άρα θα έχουν κάθε λόγο να μην αντιδρούν σε παρανομίες και κακοδιοίκηση και με πλήθος συμβασιούχων ορισμένου χρόνου, των οποίων η ανανέωση της σύμβασης θα εξαρτάται από το πόσο πειθήνιοι θα είναι. Η επισφάλεια μετατρέπεται σε μοχλό πίεσης και σιωπής. Και όταν, όπως έχει καταγγείλει το ΠΑΝ.Σ.ΥΠ.Ο., οι πειθαρχικές διαδικασίες (ΕΔΕ) χρησιμοποιούνται ως εργαλείο εκφοβισμού, το παζλ ολοκληρώνεται: ένα εργατικό δυναμικό που δεν μπορεί να μιλήσει, δεν μπορεί να προστατεύσει ούτε το δημόσιο συμφέρον ούτε τον πολίτη.

Μισθοί-ουρά της Ευρώπης, απαγόρευση δεύτερης εργασίας, κατάργηση δώρων, εξαφάνιση της μονιμότητας και επιλεκτικές ανταμοιβές δεν είναι τυχαία γεγονότα. Είναι τα συστατικά μιας στοχευμένης υποβάθμισης — και χειραγώγησης του δημόσιου τομέα.

7. Και οι θεμελιώδεις υπηρεσίες; Καταρρέουν από την ίδια πολιτική

Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι αυτοί που κρατούν όρθιες τις πιο κρίσιμες υπηρεσίες — την υγεία, τα νοσοκομεία, την εκπαίδευση. Και ακριβώς εκεί αποτυπώνεται το κόστος της υποβάθμισης. Στην υγεία, κατά τον ΟΟΣΑ (Health at a Glance 2025), η Ελλάδα διαθέτει μόλις 3,8 νοσηλευτές ανά 1.000 κατοίκους, έναντι 9,2 του μέσου όρου του ΟΟΣΑ — από τις χαμηλότερες αναλογίες στον ανεπτυγμένο κόσμο. Οι υγειονομικές ομοσπονδίες καταγγέλλουν κενές θέσεις νοσηλευτών πάνω από 20.000, ενώ, όπως αναφέρουν, το 2025 δεν προκηρύχθηκε ούτε μία μόνιμη θέση νοσηλευτικού, διοικητικού, παραϊατρικού και τεχνικού προσωπικού — την ώρα που οι αποχωρήσεις ξεπέρασαν τις 1.800.

Στην εκπαίδευση, τα σχολεία ανοίγουν κάθε Σεπτέμβριο με χιλιάδες λειτουργικά κενά που καλύπτονται κατά κύριο λόγο με αναπληρωτές και εργαζόμενους ορισμένου χρόνου. Ενδεικτικά, για το 2025-26 τα κενά στο ειδικό εκπαιδευτικό και βοηθητικό προσωπικό (ΕΕΠ-ΕΒΠ) έφτασαν τα 9.169, ενώ σε κλάδους όπως οι φιλόλογοι καλύφθηκε αρχικά μόλις το ~45% των δηλωθέντων κενών. Η δημόσια, δωρεάν παιδεία στηρίζεται σε μια στρατιά προσωρινών συμβασιούχων.

Αυτοί οι εργαζόμενοι — νοσηλευτές, γιατροί, εκπαιδευτικοί — καλούνται να «σηκώσουν» το κράτος με τους χαμηλότερους μισθούς της Ευρώπης, χωρίς δώρα και χωρίς δικαίωμα σε δεύτερη δουλειά. Το ίδιο το Country Health Profile 2025 εντοπίζει ως βασικά εμπόδια στελέχωσης του δημόσιου τομέα την απουσία επαγγελματικής εξέλιξης και την έλλειψη ανταμοιβής. Η στέρηση των δώρων αποτελεί καύσιμο για τη διαρροή προσωπικού και την κατάρρευση των υπηρεσιών από τις οποίες εξαρτάται όλη η κοινωνία.

8. Συνταξιούχοι με συντάξεις πείνας — και η σύνδεση με τα δώρα

Η αδικία που βιώνουμε όμως καθημερινά δεν σταματά στην ενεργό υπηρεσία. Κατά τα επίσημα στοιχεία του e-ΕΦΚΑ, οι εργαζόμενοι συνταξιούχοι έφτασαν τις 300.000, από περίπου 250.000 δύο χρόνια πριν. Άνθρωποι που δούλεψαν μια ζωή αναγκάζονται να ξαναδουλέψουν, γιατί η σύνταξη δεν φτάνει. Και εδώ υπάρχει άμεση σύνδεση με τα δώρα: η κατάργησή τους το 2012 έκοψε και τα επιδόματα εορτών/αδείας των συντάξεων. Αν τα δώρα υπήρχαν και συνυπολογίζονταν, οι συντάξεις θα ήταν υψηλότερες — και χιλιάδες συνταξιούχοι δεν θα ήταν αναγκασμένοι να εργάζονται για να επιβιώσουν.

Ο ΠΑΝ.Σ.ΥΠ.Ο. δηλώνει

Η δικαστική οδός έδωσε την απάντησή της και μετέθεσε το ζήτημα στο πεδίο της πολιτικής διεκδίκησης, εκεί όπου, με βάση το ίδιο το σκεπτικό της απόφασης, ανήκε εξαρχής.

Απαιτούμε:

  • Ισοδυναμία 14 μισθών για τους δημοσίους υπαλλήλους — νομοθετική επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας, με χρονοδιάγραμμα, ως αποκατάσταση μνημονιακής αδικίας.
  • Επαναφορά των δώρων και στις συντάξεις και συνυπολογισμό τους στο ύψος τους.
  • Μαζικές μόνιμες προσλήψεις — ιδίως σε υγεία και παιδεία — τέλος στην αντικατάσταση της μονιμότητας με συμβάσεις ορισμένου χρόνου.
  • Άμεση αναπροσαρμογή των μισθών με βάση τον πληθωρισμό και τον ευρωπαϊκό μέσο όρο — τέλος στην τελευταία θέση της ΕΕ σε αγοραστική δύναμη.
  • Διανομή του πλεονάσματος που χτίστηκε στις πλάτες των εργαζομένων.
  • Άμεση συνάντηση των αρμόδιων υπουργείων με τους φορείς των εργαζομένων.

Καλούμε όλους τους συναδέλφους σε αγωνιστική ετοιμότητα και συμμετοχή στις κινητοποιήσεις που θα ακολουθήσουν. Το ζήτημα δεν έκλεισε στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Ανοίγει τώρα στους δρόμους της διεκδίκησης.

Η αξιοπρέπεια δεν διαπραγματεύεται.

ΓΙΑ ΤΟ Δ.Σ ΠΑΝΣΥΠΟ

Leave feedback about this