Η δημόσια διοίκηση ανήκει στον λαό, όχι στην κάθε κυβέρνηση
Η επιχειρούμενη αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος είναι στην ουσία μια απαράδεκτη παρέμβαση στον σκληρό πυρήνα της δημόσιας διοίκησης. Αγγίζει τη μονιμότητα, την υπηρεσιακή ανεξαρτησία, την πειθαρχική προστασία, τη δυνατότητα του υπαλλήλου να εφαρμόζει τον νόμο χωρίς φόβο και τη δυνατότητα του πολίτη να εξυπηρετείται από υπηρεσίες που δεν λειτουργούν με κομματικό νεύμα.
Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων θεσπίστηκε για να προστατεύει το Κράτος από την κομματική λεηλασία και τον υπάλληλο από την πολιτική ομηρία. Θεσπίστηκε για να μπορεί ο δημόσιος υπάλληλος να υπηρετεί το Σύνταγμα, τον νόμο και τον πολίτη, όχι τον υπουργό, τον διοικητή, τον κομματικό μηχανισμό ή τον εκάστοτε ισχυρό.
Το ισχύον άρθρο 103 του Συντάγματος είναι απολύτως σαφές. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι όσο οι θέσεις αυτές υπάρχουν. Δεν μετατίθενται, δεν υποβιβάζονται και δεν παύονται χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, το οποίο αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους. Κατά των αποφάσεων αυτών προβλέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Αυτή η συνταγματική εγγύηση είναι θεσμικό αντίβαρο. Είναι η γραμμή που χωρίζει τη δημόσια διοίκηση από το κομματικό γραφείο. Είναι το ελάχιστο φρένο απέναντι στην αυθαιρεσία εκείνων που, κάθε φορά, θα ήθελαν υπαλλήλους πρόθυμους, σιωπηλούς, φοβισμένους και πλήρως εξαρτημένους από την ιεραρχική εύνοια.
Η πρόταση αναθεώρησης εμφανίζεται με ωραίες λέξεις: αξιολόγηση, αποδοτικότητα, ουδετερότητα, επαγγελματική ικανότητα, συμμετοχή του ΑΣΕΠ, επιβράβευση. Πίσω όμως από τη ρητορική του εκσυγχρονισμού υπάρχει μια κρίσιμη αποσιώπηση. Η σημερινή ρητή συνταγματική εγγύηση για τη σύνθεση των υπηρεσιακών συμβουλίων αποδυναμώνεται και το κρίσιμο πεδίο περνά στον κοινό νομοθέτη. Δηλαδή στην εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Με απλά λόγια: εκεί όπου σήμερα το Σύνταγμα θέτει φραγμό, αύριο μπορεί να αρκεί ένας νόμος. Εκεί όπου σήμερα υπάρχει αυξημένη συνταγματική προστασία, αύριο μπορεί να υπάρξει απλή κυβερνητική επιλογή. Εκεί όπου σήμερα η παύση ενός υπαλλήλου προϋποθέτει συγκεκριμένη θεσμική σύνθεση, αύριο η σύνθεση, η διαδικασία, τα κριτήρια και οι συνέπειες θα μπορούν να αλλάζουν με πολιτική ευκολία από την εκάστοτε Κυβέρνηση.
Ο Σύλλογός μας το λέει καθαρά: δεν αρνούμαστε την αξιολόγηση. Αντιθέτως, ζητούμε πραγματική αξιολόγηση. Αξιολόγηση με αντικειμενικά κριτήρια, μετρήσιμους δείκτες, διαφάνεια, δικαίωμα αντίκρουσης, υπηρεσιακή τεκμηρίωση και λογοδοσία όλων, από την κορυφή μέχρι την πρώτη γραμμή. Ζητούμε αξιολόγηση που θα βελτιώνει τις υπηρεσίες και θα προστατεύει τον πολίτη.
Αρνούμαστε την αξιολόγηση ως πειθαρχικό μηχανισμό. Αρνούμαστε την αξιολόγηση που θα μετατρέπεται σε απειλή. Αρνούμαστε το Δημόσιο του φόβου, της σιωπής και της υπαλληλικής υποταγής. Αρνούμαστε ένα σύστημα όπου ο εργαζόμενος θα κρίνεται όχι από την ποιότητα της δουλειάς του, αλλά από το αν ενοχλεί, αν μιλά, αν διεκδικεί, αν αποκαλύπτει, αν αρνείται να γίνει συνένοχος.
Η δημόσια διοίκηση δεν πάσχει επειδή οι υπάλληλοι έχουν μονιμότητα στη σχέση εργασίας τους. Πάσχει επειδή οι υπηρεσίες αποδεκατίζονται. Πάσχει επειδή μόνιμο προσωπικό δεν προσλαμβάνεται με βάση τις πραγματικές ανάγκες. Πάσχει επειδή κρίσιμες λειτουργίες δίνονται σε ιδιώτες αναδόχους. Πάσχει επειδή τα πληροφοριακά συστήματα καταρρέουν και οι εργαζόμενοι της πρώτης γραμμής μετατρέπονται σε ανθρώπινη ασπίδα απέναντι στην οργή των πολιτών. Πάσχει επειδή η διοίκηση συχνά σιωπά εκεί όπου οφείλει να λογοδοτεί.
Το έχουμε ζήσει στη Δ.ΥΠ.Α. Όταν το ΟΠΣ υπολειτουργεί ή καταρρέει, ο άνεργος δεν βλέπει τον ανάδοχο, ούτε τον διοικητικό σχεδιασμό, ούτε τις συμβάσεις υποστήριξης. Βλέπει τον υπάλληλο στο γκισέ, στο τηλέφωνο, στο ΚΠΑ2. Εκεί μεταφέρεται η πίεση. Εκεί ξεσπά η αγανάκτηση. Εκεί εμφανίζεται το Κράτος αποδιοργανωμένο, με τον εργαζόμενο εκτεθειμένο και τον πολίτη ταλαιπωρημένο.
Το έχουμε ζήσει με την υποστελέχωση. Περισσότεροι από 700 εργασιακοί σύμβουλοι αποχώρησαν ή αποχωρούν, ενώ οι ανάγκες της Υπηρεσίας παραμένουν τεράστιες. Η Δ.ΥΠ.Α καλείται να εξυπηρετήσει ανέργους, εργαζόμενους, επιχειρήσεις, δικαιούχους κοινωνικών παροχών, βρεφονηπιακούς σταθμούς, προγράμματα απασχόλησης, κατάρτιση, στεγαστική πολιτική και περιουσία των πρώην ΟΕΚ και ΟΕΕ με προσωπικό που δεν επαρκεί.
Το έχουμε ζήσει με τους Βρεφονηπιακούς Σταθμούς της Δ.ΥΠ.Α. Ο ΠΑΝΣΥΠΟ ανέδειξε, τεκμηρίωσε και κατήγγειλε ζητήματα πυρασφάλειας, ελλείψεις, καθυστερήσεις, πρόστιμα και ανάγκη πλήρους συμμόρφωσης. Δεν μιλήσαμε με ψιθύρους. Καταθέσαμε στοιχεία. Απευθυνθήκαμε θεσμικά. Απαιτήσαμε προστασία παιδιών, εργαζομένων και γονέων. Αυτή είναι η ευθύνη ενός σοβαρού συλλόγου: να μιλά όταν οι άλλοι σιωπούν.
Το έχουμε ζήσει με το νέο κτίριο Διοίκησης της Δ.ΥΠ.Α. Ο ΠΑΝΣΥΠΟ έθεσε δημόσια ερωτήματα για έργο δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, για χρονοδιαγράμματα, πληρωμές, φυσική πρόοδο και πραγματική εικόνα του εργοταξίου. Δεν υποκαταστήσαμε τους ελεγκτικούς μηχανισμούς. Κάναμε αυτό που οφείλει να κάνει ένα συνδικαλιστικό όργανο: ζητήσαμε λογοδοσία για δημόσιο χρήμα.
Το έχουμε ζήσει με τον κανόνα 1:1. Για χρόνια παρουσιάστηκε ως νοικοκύρεμα στα οικονομικά. Στην πράξη οδήγησε σε γερασμένες υπηρεσίες, ελλείψεις, μετακύλιση κόστους στους πολίτες, προσωρινές λύσεις, εργολαβίες, συμβασιούχους που καλύπτουν πάγιες ανάγκες και μόνιμους υπαλλήλους που σηκώνουν βάρη πολύ πέρα από τις δυνατότητες των υπηρεσιών. Ο ΠΑΝΣΥΠΟ το τεκμηρίωσε με μελέτη και κατέθεσε πρόταση. Το κράτος δεν γίνεται αποτελεσματικό όταν αποψιλώνεται.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η αποδυνάμωση της μονιμότητας δεν θα θεραπεύσει καμία παθογένεια. Θα προσθέσει μία ακόμη: τον φόβο.
Και ο φόβος είναι δηλητήριο για τη δημόσια διοίκηση. Ο φοβισμένος υπάλληλος δεν ελέγχει. Δεν αντιστέκεται. Δεν υπογράφει με συνείδηση. Δεν προειδοποιεί. Δεν προστατεύει το δημόσιο συμφέρον όταν συγκρούεται με την εντολή της διοίκησης. Ο φοβισμένος υπάλληλος μαθαίνει να σκύβει το κεφάλι. Αυτό θέλουν;
Αν η κυβέρνηση επιθυμεί πραγματικά αξιοκρατία, ας ξεκινήσει από εκεί όπου παράγεται η διοικητική ισχύς. Από τις διοικήσεις των οργανισμών. Από τις επιλογές προσώπων. Από τα κριτήρια ανάθεσης αρμοδιοτήτων. Από τους διαγωνισμούς. Από τις απευθείας αναθέσεις. Από τα έργα που πληρώνονται ακριβά και πρέπει να ελέγχονται αυστηρά. Από τα πληροφοριακά συστήματα που πρέπει να λειτουργούν. Από την υποχρέωση κάθε διοίκησης να απαντά, να εξηγεί, να λογοδοτεί.
Ο Διοικητής, ο Υποδιοικητής, ο Προϊστάμενος δεν είναι απλοί παρατηρητές. Ασκούν εξουσία. Επηρεάζουν υπηρεσιακές διαδρομές. Κινούν διαδικασίες. Κατανέμουν αντικείμενα. Εισηγούνται. Αξιολογούν. Συμμετέχουν στη διαμόρφωση του εργασιακού κλίματος. Όταν η εξουσία αυτή δεν συνοδεύεται από ισχυρά αντίβαρα, η αξιολόγηση μπορεί εύκολα να γίνει μέσο ελέγχου και όχι εργαλείο βελτίωσης.
Το ίδιο ισχύει και για τα συστήματα οικονομικής επιβράβευσης. Όταν το λεγόμενο πριμ παραγωγικότητας δίνεται χωρίς πλήρη διαφάνεια, χωρίς δημόσια γνωστά κριτήρια, χωρίς ουσιαστική δυνατότητα ελέγχου και χωρίς καθαρή σύνδεση με πραγματικό αποτέλεσμα, τότε δεν ενισχύει τη δημόσια υπηρεσία. Καλλιεργεί αδικίες, ανταγωνισμούς, εξαρτήσεις και πελατειακές συμπεριφορές μέσα στους ίδιους τους χώρους εργασίας.
Οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν χρειάζονται ούτε κολακείες ούτε απειλές. Χρειάζονται αξιοπρεπείς μισθούς, καθαρές αρμοδιότητες, επαρκές προσωπικό, λειτουργικά εργαλεία, ασφαλείς χώρους εργασίας, εκπαίδευση, διαφάνεια και προστασία από κάθε αυθαιρεσία. Χρειάζονται κράτος που οργανώνει και δεν μεταθέτει τις ευθύνες του στους εργαζόμενους.
Την ίδια στιγμή που ανοίγει η συζήτηση για τη μονιμότητα, οι δημόσιοι υπάλληλοι εξακολουθούν να ζουν με μισθούς καθηλωμένους, χωρίς 13ο και 14ο μισθό, με την ακρίβεια να εξανεμίζει το εισόδημά τους και με την ειδική εισφορά 2% υπέρ ανεργίας να παρακρατείται ακόμη από τις αποδοχές τους. Το Κράτος θυμάται τη δημοσιονομική πειθαρχία όταν πρόκειται για τους εργαζόμενους. Τη λησμονεί με εντυπωσιακή ευκολία όταν πρόκειται για αναθέσεις, εργολαβίες, συμβούλους, επικοινωνιακές δαπάνες και έργα χωρίς πειστική λογοδοσία.
Υπάρχει λοιπόν ένα ερώτημα που δεν μπορεί να αποφευχθεί: ποιο Δημόσιο θέλουμε;
Θέλουμε Δημόσιο με μόνιμους, εκπαιδευμένους, ανεξάρτητους υπαλλήλους που υπηρετούν τον πολίτη; Ή Δημόσιο με εργαζόμενους υπό διαρκή υπηρεσιακή απειλή;
Θέλουμε αξιολόγηση όλων, με πρώτες τις διοικήσεις; Ή αξιολόγηση μόνο προς τα κάτω, εκεί όπου ο υπάλληλος καλείται να πληρώσει τις αποτυχίες της πολιτικής και διοικητικής κορυφής;
Θέλουμε υπηρεσίες που λειτουργούν με σχέδιο, προσωπικό και ευθύνη; Ή υπηρεσίες που βαφτίζουν «μεταρρύθμιση» την υποστελέχωση, την εργολαβοποίηση και τη μεταφορά κινδύνου στον εργαζόμενο;
Ο ΠΑΝΣΥΠΟ δεν θα δεχθεί να εμφανιστεί η μονιμότητα ως η αιτία των προβλημάτων που δημιούργησαν οι πολιτικές επιλογές δεκαετιών. Δεν θα δεχθεί να φορτωθούν στους υπαλλήλους οι ευθύνες της υποστελέχωσης, της κακοδιοίκησης, των πρόχειρων ψηφιακών έργων, των αδιαφανών διαδικασιών και της διοικητικής σιωπής. Δεν θα δεχθεί να γίνει ο εργαζόμενος ο εύκολος ένοχος για ένα κράτος που διοικείται από πάνω, αλλά λογοδοτεί προς τα κάτω.
Η μονιμότητα είναι συνταγματική εγγύηση υπέρ του δημόσιου συμφέροντος. Η αξιολόγηση είναι αναγκαία μόνο όταν υπηρετεί τη βελτίωση της διοίκησης και όχι την πειθάρχηση των εργαζομένων. Η λογοδοσία πρέπει να ξεκινά από εκείνους που αποφασίζουν, υπογράφουν, αναθέτουν, διοικούν και διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα.
Γι’ αυτό ο ΠΑΝΣΥΠΟ απαιτεί:
Να μην αποδυναμωθεί η συνταγματική προστασία της μονιμότητας και της σύνθεσης των υπηρεσιακών συμβουλίων.
Να κατοχυρωθούν ισχυρές, ρητές και δεσμευτικές εγγυήσεις ανεξαρτησίας στις υπηρεσιακές και πειθαρχικές κρίσεις.
Να υπάρξει αξιολόγηση με αντικειμενικά, διαφανή, μετρήσιμα και ελέγξιμα κριτήρια, με δικαίωμα αντίκρουσης και πλήρη υπηρεσιακή τεκμηρίωση.
Να αξιολογούνται ουσιαστικά και οι διοικήσεις των δημόσιων οργανισμών, με δείκτες αποτελεσματικότητας, λογοδοσίας, διαχείρισης πόρων, στελέχωσης, ασφάλειας υποδομών και ποιότητας εξυπηρέτησης του πολίτη.
Να ενισχυθούν οι δημόσιες υπηρεσίες με μόνιμο προσωπικό, σύμφωνα με τις πραγματικές ανάγκες και όχι με λογιστικούς κανόνες αποψίλωσης.
Να καταργηθεί η ειδική εισφορά 2% υπέρ ανεργίας για τους δημοσίους υπαλλήλους.
Να αποκατασταθούν οι μισθολογικές απώλειες και να επανέλθει ο 13ος και 14ος μισθός ως ζήτημα αξιοπρέπειας, δικαιοσύνης και πραγματικής στήριξης του δημόσιου λειτουργήματος.
Να σταματήσει η πολιτική που παρουσιάζει τον δημόσιο υπάλληλο ως πρόβλημα, ενώ τον χρησιμοποιεί καθημερινά για να κρατήσει όρθιες υπηρεσίες που λειτουργούν με ελλείψεις, πίεση και διαρκή διοικητική αβεβαιότητα.
Ο ΠΑΝΣΥΠΟ συμμετέχει στη στάση εργασίας της ΑΔΕΔΥ την Τρίτη 14 Ιουλίου 2026, από τις 11:00 έως τη λήξη του ωραρίου, και στη συγκέντρωση στις 12:00 στα Προπύλαια, με πορεία προς τη Βουλή.
Καλούμε τις συναδέλφισσες και τους συναδέλφους να δώσουν μαζικό παρών.
Υπερασπιζόμαστε τη μονιμότητα γιατί υπερασπιζόμαστε τη δημόσια διοίκηση.
Υπερασπιζόμαστε τη δημόσια διοίκηση γιατί υπερασπιζόμαστε τον πολίτη.
Υπερασπιζόμαστε τον πολίτη απέναντι σε κάθε σχέδιο που θέλει το κράτος λιγότερο δημόσιο, λιγότερο ανεξάρτητο και περισσότερο ελεγχόμενο από την εκάστοτε εξουσία.
Η δημόσια υπηρεσία δεν μπορεί να είναι είναι μηχανισμός φόβου.
Οι εργαζόμενοι δεν είναι αναλώσιμοι.
Το Σύνταγμα δεν είναι πεδίο πειραματισμών εις βάρος της κοινωνίας.
Ο ΠΑΝΣΥΠΟ θα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή.
Για τον ΠΑΝΣΥΠΟ


Leave feedback about this
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.