Νέα του Συλλόγου ΠΑΝΣΥΠΟ

Προγράμματα Ταμείου Ανάκαμψης στη Δ.ΥΠ.Α: οι ερωτήσεις μένουν,οι σαρκασμοί περισσεύουν.

Όταν η διοίκηση ειρωνεύεται, οι εργαζόμενοι λογοδοτούν στην κοινωνία

Τις προηγούμενες εβδομάδες ο ΠΑΝΣΥΠΟ δημοσιοποίησε τρεις αναλυτικές ανακοινώσεις για έργα του Ταμείου Ανάκαμψης στη ΔΥΠΑ (ΕΕΕ–άστεγοι, ψηφιοποίηση 250 μαθημάτων, Asset Management), καταθέτοντας συγκεκριμένα στοιχεία από ΚΗΜΔΗΣ, συμβάσεις και αποφάσεις, και ζητώντας θεσμικά εξηγήσεις από τη διοίκηση. Αντί να απαντήσει γραπτώς ή σε θεσμική συνάντηση, η διοικήτρια της ΔΥΠΑ επέλεξε να τοποθετηθεί μέσω συνέντευξης, όπου –χωρίς να διαψεύδει κανένα από τα αριθμητικά στοιχεία– επιχείρησε να απαξιώσει τις καταγγελίες μας και να εμφανίσει το σωματείο ως «διασπορέα ψευδών ειδήσεων» και «σε διατεταγμένη υπηρεσία».

Η διοικήτρια της Δ.ΥΠ.Α., αντί να απαντήσει στα συγκεκριμένα στοιχεία και ερωτήματα που έχουμε θέσει θεσμικά ως ΠΑΝΣΥΠΟ, επέλεξε να κινηθεί σε άλλο επίπεδο: να διαβεβαιώσει για ακόμη μία φορά ότι «όλα είναι νόμιμα και απολύτως διαφανή», να εμφανίσει τις τεκμηριωμένες καταγγελίες μας ως «ψευδείς ειδήσεις» και «διατεταγμένη υπηρεσία» και να επιτεθεί προσωπικά στους συνδικαλιστές που τις υπογράφουν. Την ίδια στιγμή, προσπαθεί να χτίσει ένα άλλοθι αποποίησης ευθύνης – ότι «τις προκηρύξεις τις σχεδίασε η Διεύθυνση Προμηθειών», ότι «είναι συνηθισμένο» να υπάρχει ένας μόνο συμμετέχων με έκπτωση 3%–4,5% και ότι οι γενναίες επιχορηγήσεις προς τις επιχειρήσεις «στην πραγματικότητα πηγαίνουν στον εργαζόμενο».

Στην ουσία, πίσω από σαρκασμούς και βαριές εκφράσεις, δεν δίνεται ούτε μία καθαρή απάντηση στα κρίσιμα, τεκμηριωμένα ερωτήματα που έχουμε θέσει για τα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης στη Δ.ΥΠ.Α.

  • Η διοικήτρια αναγνωρίζει ότι, σε πρόγραμμα για 10.000 ανέργους που προκηρύχθηκε το 2023, έχουν μέχρι σήμερα καταρτιστεί και πιστοποιηθεί μόλις περίπου 640 άτομα. Πώς εξηγείται αυτή η εξαιρετικά χαμηλή απορρόφηση, ιδίως όταν οι προθεσμίες για το κλείσιμο των δανειακών συμβάσεων του Ταμείου Ανάκαμψης λήγουν τον Ιούνιο του 2026 και υπάρχει ορατός κίνδυνος να χαθούν πόροι που προορίζονται για τους πιο ευάλωτους;​

Αντί η διοίκηση να παρακολουθεί καθημερινά την πορεία υλοποίησης και να παρεμβαίνει έγκαιρα για να αυξηθεί η συμμετοχή, ενδεχομένως με τροποποιήσεις των όρων και των προϋποθέσεων, μας λέει ότι «το πρόγραμμα βρίσκεται σε εξέλιξη» και άρα δεν έχει γίνει αξιολόγηση, σαν να είναι φυσιολογικό μετά από τόσους μήνες να παραμένει σε τόσο χαμηλό επίπεδο η απορρόφηση ενός έργου 151,6 εκατ. ευρώ για δικαιούχους ΕΕΕ και αστέγους.

  • Με ποιο σκεπτικό παρουσιάζεται ως “κοινωνική επανένταξη” ένα σχήμα όπου ο εργοδότης επιδοτείται έως 13.416 ευρώ ανά θέση για 12 μήνες, χωρίς καμία ουσιαστική υποχρέωση διατήρησης του προσωπικού μετά τη λήξη της επιδότησης, με αποτέλεσμα η επιχείρηση να έχει στην πράξη σχεδόν δωρεάν εργαζόμενο για έναν χρόνο και ο άνεργος να μένει εκτεθειμένος στο ενδεχόμενο άμεσης απόλυσης μόλις σταματήσει η χρηματοδότηση;

  • Γιατί ο διαγωνισμός για την πλατφόρμα ΕΕΕ, με προϋπολογισμό 150.000 ευρώ χωρίς ΦΠΑ, κατέληξε με μοναδικό συμμετέχοντα και οριακή έκπτωση περίπου 3%.​​

  • Γιατί, πάνω σε αυτή τη σύμβαση, εγκρίθηκε στις 23.12.2025 απευθείας ανάθεση «αναβάθμισης» ύψους 36.580 ευρώ για υπηρεσίες που περιγράφονταν ήδη ως συμβατικές υποχρεώσεις του αναδόχου.

  • Πώς ένα πληροφοριακό έργο Asset Management από 147.891 ευρώ έφτασε, με τρεις τροποποιήσεις ένταξης, σε προϋπολογισμό που ξεπερνά τις 600.000 ευρώ, με σύμβαση 420.000 ευρώ και έκπτωση μόλις 4,54%.​​

  • Ποια μέτρα λαμβάνει η Δ.ΥΠ.Α. όταν ανάδοχος έργου Ταμείου Ανάκαμψης εμφανίζεται σε δημοσιεύματα με δεσμευμένους λογαριασμούς σε άλλη, ερευνώμενη υπόθεση και πώς διασφαλίζεται η ομαλή εκτέλεση μέχρι το 2026.​

Τα στοιχεία αυτά δεν προέρχονται από «φημολογία», αλλά από το ΚΗΜΔΗΣ, τις επίσημες αποφάσεις και τις ίδιες τις συμβάσεις.

«Όλα νόμιμα» – αλλά με ποιο αποτέλεσμα;

Η διοικήτρια επαναλαμβάνει ότι «όλα γίνονται απολύτως νόμιμα», χωρίς να αγγίζει το βασικό πρόβλημα: το αποτέλεσμα αυτών των «νόμιμων» διαδικασιών είναι διαγωνισμοί με ελάχιστες εκπτώσεις και περιορισμένο ανταγωνισμό, σε έργα όπου θα έπρεπε να συμμετέχουν δεκάδες εταιρείες.​

Μιλάμε για πληροφοριακά έργα και υπηρεσίες κατάρτισης που μπορούν αντικειμενικά να εκτελεστούν από χιλιάδες επιχειρήσεις στην αγορά, ωστόσο οι διαγωνισμοί καταλήγουν με έναν μόνο ανάδοχο και εκπτώσεις της τάξης του 3% ή 4,5% σε προϋπολογισμούς εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ.​

Αν αυτό είναι το «κανονικό» και το «συνηθισμένο» που επικαλείται η διοίκηση, τότε το πρόβλημα δεν είναι η νομιμότητα στα χαρτιά, αλλά το πώς εφαρμόζεται η νομοθεσία δημοσίων συμβάσεων με τρόπο που ευνοεί δηλαδή τις κατά κανόνα χαμηλές εκπτώσεις και περιορισμένο ανταγωνισμό, σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος και των ανέργων.

Η ίδια η διοικήτρια ομολογεί ότι είναι “συνηθισμένο” σε διαγωνισμούς της ΔΥΠΑ να υπάρχει ένας μόνο συμμετέχων και να παίρνει το έργο με ελάχιστη έκπτωση, αντί αυτό να την ανησυχεί ως ένδειξη προβληματικού ανταγωνισμού. Δεν το αντιμετωπίζει ως ζήτημα που χρειάζεται διερεύνηση, αλλά το παρουσιάζει ως γενικό κανόνα που, μάλιστα, επιβεβαιώνει –κατά τη γνώμη της– τη νομιμότητα των διαδικασιών που η ίδια έχει εγκρίνει.

Δεδομένου ότι, όπως αναφέρει η διοίκηση, είναι “συνηθισμένο” φαινόμενο οι διαγωνισμοί να καταλήγουν με έναν μόνο συμμετέχοντα και χαμηλές εκπτώσεις, ζητάμε να δημοσιοποιηθούν αναλυτικά, για όλα τα χρόνια 2020–2026:

  • πόσοι διαγωνισμοί της Δ.ΥΠ.Α προκηρύχθηκαν,

  • σε πόσους εξ αυτών υπήρξε τελικά ένας μόνο συμμετέχων ή μία παραδεκτή προσφορά,

  • ποιες ήταν οι τελικές εκπτώσεις με τις οποίες κατακυρώθηκαν αυτοί οι διαγωνισμοί.

Μόνο έτσι μπορεί να κριθεί αν πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις ή για ένα γενικευμένο μοτίβο περιορισμένου ανταγωνισμού στη διαχείριση δημοσίων πόρων από τη Δ.ΥΠ.Α.

Αν κάτι είναι πράγματι «συνηθισμένο» σε έναν δημόσιο οργανισμό, όταν όλες οι τεχνικές προδιαγραφές, τα χρονοδιαγράμματα και οι όροι οδηγούν σταθερά σε έναν ανάδοχο, αυτό δεν είναι επιχείρημα υπέρ της διαφάνειας. Είναι καμπανάκι κινδύνου για το πώς σχεδιάζονται και υλοποιούνται οι διαγωνισμοί.

Το να παρουσιάζεται ως φυσιολογικό, σχεδόν αυτονόητο, ότι σε ανοιχτή αγορά χιλιάδων εταιρειών πληροφορικής καταλήγουμε ξανά και ξανά με «μοναδικό συμμετέχοντα» και ελάχιστες εκπτώσεις, δεν δείχνει εμπιστοσύνη στον ανταγωνισμό. Συνιστά προσβολή της κοινής λογικής και της νοημοσύνης των εργαζομένων και των πολιτών που παρακολουθούν πώς καταναλώνεται το δημόσιο χρήμα.

Όταν μίλησε η Δικαιοσύνη: ο βρεφονηπιακός σταθμός Λάρισας

Η διοίκηση της Δ.ΥΠ.Α. διαβεβαιώνει ότι «όλα γίνονται νόμιμα». Στην υπόθεση όμως του Βρεφονηπιακού Σταθμού στη Λάρισα, η ίδια η Δικαιοσύνη έκρινε το αντίθετο: η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποφάσισε ότι οι διαδικασίες ανάθεσης που είχε επιλέξει η Δ.ΥΠ.Α. ήταν μη σύννομες και ότι έπρεπε να γίνει ανοικτός διαγωνισμός.

Πριν από αυτό, η διοίκηση είχε επιχειρήσει να επισκευάσει τον σταθμό με διαδικασία διαπραγμάτευσης/απευθείας ανάθεσης, με προσφερόμενη έκπτωση της τάξης του 3% και υπερκοστολόγηση, παρά τις καταγγελίες του ΠΑΝΣΥΠΟ και τις ενστάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Όταν, μετά την απόφαση της Ολομέλειας, αναγκάστηκε να προχωρήσει σε ανοικτό διαγωνισμό, το έργο κατακυρώθηκε με πολύ μεγαλύτερη έκπτωση και αισθητά χαμηλότερο κόστος για το Δημόσιο.

Εκεί όπου υπήρξε ουσιαστικός έλεγχος – και από τους εργαζόμενους και από το Ελεγκτικό Συνέδριο – αποδείχτηκε ότι η επιλογή διαδικασιών χωρίς πραγματικό ανταγωνισμό δεν προστάτευε ούτε το Δημόσιο ούτε τις οικογένειες που περιμένουν δομές.

Η ΕΑΔΗΣΥ παρενέβη – και αυτό λέει πολλά

Χθες, σε νέα μας ανακοίνωση, αναδείξαμε ότι η Ενιαία Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων (ΕΑΔΗΣΥ) αναγκάστηκε να παρέμβει προκειμένου να μην ματαιωθεί ο διαγωνισμός μελετών για τους Βρεφονηπιακούς Σταθμούς της ΔΥΠΑ. Πρόκειται για έναν ακόμη θεσμικό έλεγχο που επιβεβαιώνει ότι οι ανησυχίες του ΠΑΝΣΥΠΟ για τον τρόπο διαχείρισης διαγωνισμών και αναθέσεων δεν είναι «ψευδείς καταγγελίες» ούτε «διατεταγμένη υπηρεσία». Είναι τεκμηριωμένες επισημάνσεις που βρίσκουν έρεισμα και στις παρεμβάσεις των ίδιων των ελεγκτικών αρχών.

Όταν η ΕΑΔΗΣΥ, το Ελεγκτικό Συνέδριο και οι εργαζόμενοι μέσω του ΠΑΝΣΥΠΟ καταλήγουν στα ίδια συμπεράσματα, η διοίκηση της Δ.ΥΠ.Α δεν μπορεί να συνεχίζει να μιλά για «απολύτως νόμιμες και διαφανείς» διαδικασίες ως εάν να μην συμβαίνει τίποτα.

Για τον σαρκασμό της διοίκησης

Απέναντι σε αυτά τα ερωτήματα, η διοικήτρια επέλεξε τον σαρκασμό: «τι θέλετε, να χτυπάμε τα κουδούνια στις εταιρείες;» και υπαινιγμούς ότι «θα πρέπει μάλλον να κλείνουμε από Ιούνιο μέχρι Αύγουστο». Η διοικήτρια επέλεξε να απαντήσει στις καταγγελίες μας για διαγωνισμούς του Αυγούστου με ειρωνεία εις βάρος του προέδρου του ΠΑΝΣΥΠΟ, υπονοώντας ότι οι καταγγελίες δεν αντανακλούν πραγματικό πρόβλημα αλλά απλώς δεν «τον βολεύουν» επειδή ήταν στο νησί.

Η απάντησή μας είναι απλή: ο ΠΑΝΣΥΠΟ δεν ζήτησε ποτέ να σταματούν οι διαγωνισμοί τον Αύγουστο. Ζήτησε να εξηγηθεί γιατί διαγωνισμοί εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, που θα μπορούσαν να έχουν μεγαλύτερη συμμετοχή και καλύτερες εκπτώσεις αν προκηρύσσονταν σε διαφορετική χρονική περίοδο, επιλέγεται συστηματικά να τρέχουν μέσα στον Αύγουστο, με αποτέλεσμα να καταλήγουν με έναν μόνο συμμετέχοντα και οριακές εκπτώσεις.

Αντί να απαντήσει σε αυτό το ουσιαστικό ερώτημα, η διοικήτρια επέλεξε τον προσωπικό χλευασμό. Της υπενθυμίζουμε ότι ο ΠΑΝΣΥΠΟ έχει αποστείλει ανακοινώσεις και καταγγελίες κατά τη διάρκεια όλων των καλοκαιρινών μηνών, ακόμη και τον Δεκαπενταύγουστο. Ας ανατρέξει στο εσωτερικό mail της Δ.ΥΠ.Α για να το επιβεβαιώσει. Το συνδικαλιστικό μας καθήκον δεν παίρνει διακοπές – και ιδίως δεν τις παίρνει όταν διαγωνισμοί εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ προκηρύσσονται με μοναδικούς συμμετέχοντες και εκπτώσεις 3%.

Όταν η διοίκηση, αντί να δώσει συγκεκριμένα στοιχεία για τη δομή των διαγωνισμών, τις συμμετοχές, τις εκπτώσεις, τις τροποποιήσεις και την πρόοδο των έργων, ειρωνεύεται όσους ζητούν διαφάνεια, δεν υπερασπίζεται τη Δ.ΥΠ.Α.· την εκθέτει απέναντι στους εργαζόμενους, τους ανέργους και την κοινωνία.

Τέτοιες φράσεις δεν συνάδουν ούτε με τη θεσμική θέση της, ούτε με το βάρος των καταγγελιών που έχουν τεθεί από εργαζόμενους, Βουλή και μέσα ενημέρωσης για διαγωνισμούς μέσα στον Αύγουστο, μοναδικούς αναδόχους, οριακές εκπτώσεις και αναδόχους με δεσμευμένους λογαριασμούς.

Ο σεβασμός στον συνδικαλισμό και στους εργαζόμενους δεν είναι σύνθημα για τις κάμερες, αλλά συγκεκριμένη υποχρέωση: λογοδοσία, πλήρης ενημέρωση και πραγματική διαφάνεια απέναντι στους εργαζόμενους – υποχρέωση που η ίδια η πρακτική της διοίκησης σήμερα διαψεύδει.

Η Βουλή ρωτά – το Υπουργείο σιωπά περί σεβασμού στον συνδικαλισμό

Στη συζήτηση επίκαιρης ερώτησης που κατέθεσε ο ΣΥΡΙΖΑ και η βουλευτής κ. Νοτοπούλου για την αξιολόγηση των προγραμμάτων νέων ελεύθερων επαγγελματιών, ο Υφυπουργός Εργασίας κ. Καραγκούνης δεν απάντησε στο κρίσιμο ερώτημα: αξιολογούνται τα προγράμματα ως προς την αποτελεσματικότητά τους και την κλαδική τους κατανομή; Ποιοι κλάδοι ωφελούνται και ποιοι μένουν εκτός;

Εξίσου αποκαλυπτική ήταν η σιωπή του στην επισήμανση της κ. Νοτοπούλου ότι η διοίκηση της Δ.ΥΠ.Α αρνείται συστηματικά να συναντηθεί με τον ΠΑΝΣΥΠΟ, με έμφαση ότι τόσο η διοίκηση όσο και το εποπτεύον Υπουργείο οφείλουν να διατηρούν ουσιαστικό διάλογο με τους εκλεγμένους εκπροσώπους των εργαζομένων.

Το πρόγραμμα ΕΕΕ: ποιον ενισχύει πραγματικά;

Η διοικήτρια υποστηρίζει ότι «τα χρήματα πηγαίνουν στον εργαζόμενο», επειδή η ΔΥΠΑ επιχορηγεί για ένα έτος τον μισθό και τις εισφορές του. Όμως ο μισθός του εργαζόμενου θα έπρεπε έτσι κι αλλιώς να καταβάλλεται από τον εργοδότη σε κάθε κανονική σχέση εργασίας. Αυτό που στην πραγματικότητα χρηματοδοτεί το πρόγραμμα είναι το μισθολογικό κόστος της επιχείρησης: έως 13.416 ευρώ ανά θέση για 12 μήνες, χωρίς καμία ισχυρή δέσμευση ότι η θέση θα διατηρηθεί μετά τη λήξη της επιδότησης.​

Έτσι, για έναν χρόνο η επιχείρηση σχεδόν μηδενίζει το κόστος μισθού και εισφορών, ενώ ο άνεργος παραμένει σε καθεστώς πλήρους εξάρτησης, χωρίς εγγύηση σταθερής απασχόλησης και χωρίς ρήτρες που να τον προστατεύουν αν η επιχείρηση τον απολύσει μόλις τελειώσει η επιδότηση. Το να παρουσιάζεται αυτό ως «μεταφορά πόρων στους πιο ευάλωτους» αποκρύπτει ότι το μεγαλύτερο μέρος της δημόσιας δαπάνης λειτουργεί ως έμμεση ενίσχυση εργοδοτών, όχι ως μόνιμη αναβάθμιση της θέσης των δικαιούχων ΕΕΕ στην αγορά εργασίας.​

Τα ΚΕΚ και η «διασπορά» των προγραμμάτων

Η διοικήτρια δηλώνει ότι η Δ.ΥΠ.Α. θα δημοσιοποιήσει στοιχεία για το πώς μοιράζονται τα προγράμματα κατάρτισης στα ΚΕΚ, ότι «όλοι συμμετέχουν» και ότι δεν υπάρχουν «λίγοι ευνοημένοι». Μέχρι σήμερα, κανένας τέτοιος πίνακας κατανομής ωφελουμένων και δημόσιας δαπάνης ανά πάροχο δεν έχει δοθεί ούτε στους εργαζόμενους ούτε στην κοινωνία.

Την καλούμε, αντί για γενικές διαβεβαιώσεις, να αναρτήσει αναλυτικά –για κάθε πρόγραμμα Ταμείου Ανάκαμψης– πόσοι ωφελούμενοι και ποια δημόσια δαπάνη αντιστοιχούν σε κάθε ΚΕΚ/πάροχο/φορέα πιστοποίησης, ώστε να φανεί αν πράγματι «όλοι παίρνουν» ή αν η μερίδα του λέοντος καταλήγει σε λίγους μεγάλους παρόχους.

Η διοικήτρια εμφανίστηκε βέβαιη ότι δεν έχουν ωφεληθεί λίγοι μεγάλοι παίκτες εις βάρος των υπολοίπων. Δεν έχουμε μέχρι σήμερα λόγο να αμφισβητήσουμε αυτή την άποψη – αλλά ούτε και λόγο να την αποδεχτούμε άνευ αποδείξεων. Αναμένουμε να τεκμηριωθεί με επίσημα, αναλυτικά στοιχεία από το ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Αν τα στοιχεία επιβεβαιώσουν τους ισχυρισμούς της, θα το αναγνωρίσουμε δημόσια. Αν όχι, οι αριθμοί θα μιλήσουν από μόνοι τους.

Οι απειλές περί «συκοφαντίας»

Αντί η διοικήτρια να απαντήσει στα συγκεκριμένα στοιχεία από ΚΗΜΔΗΣ, συμβάσεις και αποφάσεις, επιλέγει να μιλήσει για «ψευδείς καταγγελίες», «συκοφαντία» και να προαναγγείλει μηνύσεις και αγωγές σε όσους ασκούν κριτική.

Ως ΠΑΝΣΥΠΟ δηλώνουμε καθαρά: όλα όσα έχουμε δημοσιοποιήσει πατούν αποκλειστικά σε επίσημα έγγραφα της ίδιας της ΔΥΠΑ, του Ταμείου Ανάκαμψης και του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Το να απειλείται ο συνδικαλιστικός φορέας των εργαζομένων με αγωγές, επειδή ασκεί τον θεσμικό του ρόλο ελέγχου της διοίκησης, δεν είναι «προστασία της αλήθειας», αλλά απόπειρα φίμωσης και εκφοβισμού. Δεν πρόκειται να φοβηθούμε ούτε να σιωπήσουμε· θα συνεχίσουμε να υπερασπιζόμαστε τη διαφάνεια, τη νομιμότητα και τα δικαιώματα των εργαζομένων και των ανέργων με όλα τα θεσμικά μέσα που διαθέτουμε.

Μας ενημέρωσε επίσης η διοικήτρια ότι «οι εργαζόμενοι πρέπει να εφαρμόζουν τον νόμο και όχι να τον ερμηνεύουν». Ευτυχώς που υπάρχει η διοίκηση για να θυμίσει στους υπαλλήλους της Δ.ΥΠ.Α ότι οφείλουν να τηρούν τη νομιμότητα – εκείνους δηλαδή που σηκώνουν κάθε μέρα το βάρος της εφαρμογής της, ενώ οι δικές της επιλογές για απευθείας αναθέσεις και χαμηλές εκπτώσεις έχουν ήδη κριθεί προβληματικές από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Για να είμαστε απολύτως σαφείς: οι εργαζόμενοι εφαρμόζουν τον νόμο. Το συνδικαλιστικό τους όργανο έχει καθήκον να ελέγχει αν η διοίκηση τον εφαρμόζει σωστά και αν σέβεται τις αρχές της διαφάνειας και του ανταγωνισμού. Αν κάποιος εδώ δείχνει τάση να «ερμηνεύει» τον νόμο κατά το δοκούν, δεν είναι το σωματείο που φέρνει στο φως αποφάσεις ΚΗΜΔΗΣ και Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Η Διοικήτρια όμως δεν αρκέστηκε στις αιχμές περί «ψευδών ειδήσεων». Προχώρησε παραπέρα, υπονοώντας ότι οι συνδικαλιστές που υπογράφουν τις καταγγελίες «τελούν σε διατεταγμένη υπηρεσία». Για δημόσιους υπαλλήλους που υπηρετούν δεκαετίες στη Δ.ΥΠ.Α και εκλέγονται από τους συναδέλφους τους, μια τέτοια φράση δεν είναι απλώς προσβλητική. Είναι ευθεία αμφισβήτηση της ανεξαρτησίας και της αξιοπρέπειας του ίδιου του συνδικαλισμού και θυμίζει άλλες εποχές, όπου ο συνδικαλιστής παρουσιαζόταν σχεδόν ως «εχθρός εκ των έσω».

Τέτοιας έντασης προσωπική επίθεση από διοίκηση δημόσιου οργανισμού σε εκλεγμένο σωματείο εργαζομένων είναι χωρίς προηγούμενο στη Δ.ΥΠ.Α και δεν μπορεί να περάσει ως απλά αυξημένος «ζήλος για την προστασία της αλήθειας». Αν κάποιος οφείλει να δίνει εξηγήσεις για το σε ποια «υπηρεσία» λογοδοτεί, αυτός δεν είναι το σωματείο που φέρνει στο φως αποφάσεις του ΚΗΜΔΗΣ, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και επίσημα τεχνικά δελτία έργων. Είναι η διοίκηση που χειρίζεται εκατοντάδες εκατομμύρια από δημόσιους και ευρωπαϊκούς πόρους και αρνείται συστηματικά να απαντήσει τεκμηριωμένα, με αριθμούς και έγγραφα, στα συγκεκριμένα ερωτήματα που της απευθύνουν οι εργαζόμενοι και η Βουλή.

Το «άλλοθι» της Διεύθυνσης Προμηθειών

Η διοικήτρια επιχειρεί ακόμη να χτίσει ένα ιδιότυπο «άλλοθι», ισχυριζόμενη ότι δεν σχεδίασε η ίδια τις προκηρύξεις, αλλά «η Διεύθυνση Προμηθειών» της Δ.ΥΠ.Α, άρα δήθεν διασφαλίζεται η ανεξαρτησία και η αντικειμενικότητα. Κανείς δεν αμφισβητεί τον ρόλο των υπηρεσιακών μονάδων. Όμως, σε έναν δημόσιο οργανισμό, οι στρατηγικές επιλογές (τί έργα γίνονται, με ποιο ύψος προϋπολογισμού, με ποια αρχιτεκτονική, με τι χρονοδιαγράμματα και όρους συμμετοχής) είναι πολιτική ευθύνη της διοίκησης και όχι «τεχνική λεπτομέρεια» ενός τμήματος ή μιας Υπηρεσίας.

Όταν όλες αυτές οι επιλογές οδηγούν σε διαγωνισμούς με έναν συμμετέχοντα και μηδαμινές εκπτώσεις, δεν μπορεί η διοίκηση να κρύβεται πίσω από την υπηρεσία που εκτελεί τις αποφάσεις της. Η υπογραφή, η τελική έγκριση και η λογοδοσία για τον τρόπο που αξιοποιούνται τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης ανήκουν στη διοίκηση της ΔΥΠΑ, όχι στους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Προμηθειών.

Γιατί παρεμβαίνουμε ως εργαζόμενοι της Δ.ΥΠ.Α

Ως εργαζόμενοι στη Δ.ΥΠ.Α έχουμε διπλή ευθύνη και υποχρέωση να παρεμβαίνουμε στη συζήτηση για τα έργα και τα προγράμματα. Είμαστε αυτοί που τα υλοποιούμε στην πράξη και ξέρουμε καλύτερα από τον καθένα πού υπάρχουν κίνδυνοι, αστοχίες και στρεβλώσεις.​

Ταυτόχρονα, δεν είμαστε «ουδέτεροι παρατηρητές» των κονδυλίων. Ως δημόσιοι υπάλληλοι καταβάλλουμε κάθε μήνα, μέσω της εισφοράς υπέρ ανεργίας, το 1% του μισθού μας για να χρηματοδοτούνται η ΔΥΠΑ και οι πολιτικές απασχόλησης. Έχουμε λοιπόν και νομικό και ηθικό συμφέρον να κρίνουμε πώς διατίθενται αυτά τα χρήματα, αν πιάνουν τόπο για τους ανέργους και την κοινωνία ή αν καταλήγουν σε σχήματα περιορισμένου ανταγωνισμού και χαμηλών εκπτώσεων.

Ο «σεβασμός στον συνδικαλισμό» στην πράξη

Την ώρα που η διοίκηση μιλά για «σεβασμό στον συνδικαλισμό», στην πράξη:

  • αγνοεί επί μήνες τις γραπτές, θεσμικές αναφορές του ΠΑΝΣΥΠΟ για απευθείας αναθέσεις, τροποποιήσεις και έργα Ταμείου Ανάκαμψης,

  • αρνείται να συναντηθεί με το Δ.Σ. του Συλλόγου, παρά τα επανειλημμένα, επίσημα αιτήματα,​​

  • δεν έχει δώσει μέχρι σήμερα τα στοιχεία που η ίδια υπόσχεται ότι «θα προσκομίσει» για να τεκμηριώσει τις διαβεβαιώσεις της.

Ο θεσμικός σεβασμός στον συνδικαλισμό δεν είναι σύνθημα για τις κάμερες και τα μικρόφωνα, αλλά μαι πολύ συγκεκριμένη υποχρέωση: λογοδοσία, πλήρης ενημέρωση και πραγματική διαφάνεια απέναντι στους εργαζόμενους – υποχρέωση που η ίδια η πρακτική της διοίκησης σήμερα διαψεύδει.

Τι ζητάμε – ξανά, με σαφήνεια

Με βάση όλα τα παραπάνω, επαναλαμβάνουμε δημόσια τα βασικά μας αιτήματα:

  • Άμεση θεσμική συνάντηση της διοίκησης της Δ.ΥΠ.Α. με το Δ.Σ. του ΠΑΝΣΥΠΟ.

  • Πλήρη, έγγραφη απάντηση, σημείο προς σημείο, σε όλα τα ερωτήματα που έχουμε θέσει για ΕΕΕ, Asset Management και άλλα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης.

  • Δημοσιοποίηση όλων των σχετικών αποφάσεων, συμβάσεων, τροποποιήσεων ένταξης, προκαταβολών, ενδιάμεσων πληρωμών και παραδοτέων για τα συγκεκριμένα έργα.

  • Διασφάλιση ότι έργα εκατοντάδων χιλιάδων ή εκατομμυρίων ευρώ δεν καταλήγουν σε σχήματα με οριακό ανταγωνισμό, ελάχιστες εκπτώσεις και αναδόχους με ανοιχτά θεσμικά ζητήματα.

Ως ΠΑΝΣΥΠΟ δεν αποδεχόμαστε τον ρόλο του σιωπηλού παρατηρητή σε έργα που αφορούν τη δουλειά μας, τους ανέργους και τη διαχείριση δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων. Θα συνεχίσουμε να καταθέτουμε τεκμηριωμένα στοιχεία, να ζητάμε απαντήσεις και να υπερασπιζόμαστε, στην πράξη, τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και τον πραγματικό σεβασμό προς τους εργαζόμενους και τους ανέργους.

Αν, όπως διαβεβαιώνει η διοίκηση, όλα έχουν γίνει «σύμφωνα με τον νόμο» και με πλήρη τήρηση των κείμενων διατάξεων, τότε δεν έχει τίποτα να ανησυχεί από έναν ουσιαστικό έλεγχο – ούτε από τις ευρωπαϊκές ελεγκτικές αρχές, ούτε από τους εθνικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς.

Η Βουλή ρώτησε – ο Υφυπουργός Εργασίας δεν απάντησε

Είμαστε υποχρεωμένοι να ενημερώσουμε και για τη χθεσινή συζήτηση στη Βουλή, όπου η Νέα Αριστερά και η βουλευτής Θ. Φωτίου κατέθεσαν επίκαιρη ερώτηση για τις καταγγελίες μας σχετικά με τις τρεις συμβάσεις στην ίδια εταιρεία. Ο Υφυπουργός Εργασίας κ. Καραγκούνης κλήθηκε να απαντήσει σε ένα καίριο ερώτημα: «Συμμερίζεστε τις απόψεις της Διοικήτριας, η οποία αντί να επαινέσει τον ΠΑΝΣΥΠΟ που με συνέπεια και τεκμηριωμένη έρευνα υπερασπίζεται το δημόσιο συμφέρον, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα, τους κατηγορεί σε φίλια μέσα για “διατεταγμένη υπηρεσία”; Είναι “διατεταγμένη υπηρεσία” το ύψιστο καθήκον των δημοσίων υπαλλήλων να προστατεύουν το δημόσιο χρήμα;»

Ο Υφυπουργός δεν απάντησε.

Η σιωπή του είναι εξίσου αποκαλυπτική με την απάντηση της διοικήτριας. Όταν ούτε η πολιτική ηγεσία του εποπτεύοντος Υπουργείου δεν μπορεί ή δεν θέλει να υπερασπιστεί δημόσια τον χαρακτηρισμό «διατεταγμένη υπηρεσία» για εργαζόμενους που προστατεύουν δημόσιο χρήμα, αυτό από μόνο του λέει πολλά για το πού βρίσκεται η αλήθεια στη συγκεκριμένη υπόθεση.

Δύο επίκαιρες ερωτήσεις στη Βουλή, δύο φορές ο Υφυπουργός αδυνατεί ή αρνείται να απαντήσει για τον Σύλλογό μας.

Εμείς δεν συνηθίζουμε

Η διοίκηση μάς λέει ότι είναι «συνηθισμένο» να καταλήγουν διαγωνισμοί εκατομμυρίων ευρώ με έναν μόνο συμμετέχοντα και εκπτώσεις 3–4,5%. Εμείς δεν συνηθίζουμε. Και δεν πρόκειται να συνηθίσουμε.

Ως εκλεγμένοι εκπρόσωποι των εργαζομένων της Δ.ΥΠ.Α τιμούμε τον ρόλο μας: να υπερασπιζόμαστε τη διαφάνεια, τη νομιμότητα και το δημόσιο συμφέρον – με στοιχεία, με επιχειρήματα και με επιμονή. Δεν φοβόμαστε αγωγές, δεν σιωπούμε απέναντι σε σαρκασμούς και δεν υποκύπτουμε σε χαρακτηρισμούς «διατεταγμένης υπηρεσίας». Αντιθέτως, θεωρούμε ύψιστη τιμή το να επιτελούμε αυτό ακριβώς που επιτάσσει το Σύνταγμα: να προστατεύουμε το δημόσιο χρήμα και τα δικαιώματα των ανέργων που η Δ.ΥΠ.Α οφείλει να υπηρετεί.

Θα συνεχίσουμε να ρωτάμε, να τεκμηριώνουμε και να απαιτούμε απαντήσεις – μέχρι να τις πάρουμε.