|
Έργο της Δ.ΥΠ.Α. από το Ταμείο Ανάκαμψης «Ειδικό Εργαλείο Σύζευξης Προσφοράς και Ζήτησης Εργασίας» Δημόσιο χρήμα, οριακές εκπτώσεις και διαδοχικές συμβάσεις για το πληροφοριακό ειδικό εργαλείο σύζευξης της Δ.ΥΠ.Α. Από 3% σε 0% έκπτωση: πώς ο ανταγωνισμός συρρικνώθηκε στην πράξη |
Η εξέταση του συνόλου των διοικητικών πράξεων, των διαγωνιστικών διαδικασιών και των συμβάσεων που αφορούν το έργο «Ειδικό Εργαλείο Σύζευξης Προσφοράς και Ζήτησης Εργασίας – Skills-Based Matching Tool» αναδεικνύει μια αλληλουχία επιλογών και αποφάσεων που δεν μπορούν πλέον να εκληφθούν ως απλές τεχνικές ή υπηρεσιακές λεπτομέρειες, αλλά συγκροτούν ένα συνολικό πλαίσιο που γεννά σοβαρά και εύλογα ερωτήματα θεσμικής συνέπειας, οικονομικής αποδοτικότητας και διαφάνειας, ιδίως στο πεδίο διαχείρισης πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Το έργο εγκρίθηκε και εντάχθηκε στο Ταμείο Ανάκαμψης ως ενιαία πράξη, με συνολικό προϋπολογισμό 2.180.000 € πλέον ΦΠΑ, δηλαδή 2.703.200€ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ. Η Απόφαση Ένταξης και το δεσμευτικό Τεχνικό Δελτίο Έργου περιγράφουν ρητά την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου πληροφοριακού συστήματος, το οποίο περιλαμβάνει τη διεπαφή χρήστη, τις ηλεκτρονικές υπηρεσίες προς πολίτες, τις λειτουργίες σύζευξης, τις απαιτήσεις χρηστικότητας και τη συνολική επιχειρησιακή λειτουργία του πληροφοριακού εργαλείου. Ο ενιαίος χαρακτήρας του έργου επιβεβαιώνεται και στη διακήρυξη του ανοικτού διεθνούς διαγωνισμού του 2022, όπου προβλέπεται ρητά ότι οι προσφορές πρέπει να καλύπτουν το σύνολο του αντικειμένου και ότι τα πληροφοριακά συστήματα δεν διαιρούνται σε τμήματα για λόγους ακεραιότητας.
Τον Φεβρουάριο του 2023, το Διοικητικό Συμβούλιο της Δ.ΥΠ.Α ενέκρινε την οριστική κατακύρωση του διεθνούς διαγωνισμού στην εταιρεία WCC Services B.V., με προσφερόμενη τιμή 2.114.627 € χωρίς ΦΠΑ, έναντι προϋπολογισμού 2.180.000 € χωρίς ΦΠΑ. Η διαφορά αυτή αντιστοιχεί σε έκπτωση περίπου 3%, ποσοστό εξαιρετικά χαμηλό για έργο τέτοιου μεγέθους, διεθνούς διαγωνιστικής διαδικασίας και χρηματοδότησης από το Ταμείο Ανάκαμψης. Τον Ιούλιο του 2023 υπογράφηκε η σχετική σύμβαση, η οποία δεν περιλαμβάνει ρητή εξαίρεση της διεπαφής χρήστη ούτε περιορισμό του αντικειμένου σε επιμέρους τεχνικά τμήματα, αλλά παραπέμπει στο έργο όπως εγκρίθηκε και προκηρύχθηκε, δηλαδή ως ολοκληρωμένο πληροφοριακό σύστημα.
Παρά τα ανωτέρω, το 2024 η Δ.ΥΠ.Α προχώρησε σε ξεχωριστή διαγωνιστική διαδικασία για την «Ανάπτυξη περιβάλλοντος διεπαφής (front-end)» του ίδιου ακριβώς εργαλείου. Ο διαγωνισμός αυτός είχε προϋπολογισμό 300.000 € χωρίς ΦΠΑ και κατέληξε σε κατακύρωση στην εταιρεία UNI SYSTEMS Συστήματα Πληροφορικής Μονοπρόσωπη Α.Ε., με προσφερόμενη τιμή 297.500 € χωρίς ΦΠΑ, δηλαδή με έκπτωση μόλις 0,83%. Ακολούθησε η υπογραφή αυτοτελούς σύμβασης, η οποία περιλαμβάνει πλήρη ανάλυση απαιτήσεων, σχεδιασμό διεπαφών, υλοποίηση, πιλοτική και παραγωγική λειτουργία, εκπαίδευση χρηστών και παράδοση πηγαίου κώδικα.
Το γεγονός ότι ένα κρίσιμο και αναπόσπαστο τμήμα του εγκεκριμένου φυσικού αντικειμένου, όπως η διεπαφή χρήστη, ανατέθηκε μέσω ξεχωριστής σύμβασης, δεν προβλέπεται ούτε από την Απόφαση Ένταξης ούτε από τη διακήρυξη του αρχικού διαγωνισμού. Ο διαχωρισμός αυτός έρχεται σε αντίθεση με τον ενιαίο σχεδιασμό του έργου και δημιουργεί αντικειμενικά ερωτήματα ως προς τη συνέπεια μεταξύ εγκεκριμένου σχεδιασμού και πραγματικής υλοποίησης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι και στις δύο διαγωνιστικές διαδικασίες, τόσο στο κύριο έργο όσο και στο έργο της διεπαφής, καταγράφονται εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά έκπτωσης. Παρότι από τα τεύχη των προκηρύξεων δεν προκύπτουν ρητοί ή ονομαστικοί «φωτογραφικοί» όροι, οι απαιτήσεις συμμετοχής είναι σωρευτικά ιδιαίτερα υψηλές και αντικειμενικά περιοριστικές. Τα υψηλά κατώφλια τεχνικής και οικονομικής επάρκειας, η δυσανάλογα αυξημένη βαρύτητα των ποιοτικών κριτηρίων και οι απαιτήσεις πλήρους κύκλου υπηρεσιών, ακόμη και για έργο σαφώς μικρότερης κλίμακας όπως το front-end, συρρικνώνουν στην πράξη τον κύκλο των δυνητικών συμμετεχόντων εταιρειών. Η διαμόρφωση των όρων δεν μπορεί να θεωρηθεί ουδέτερη, καθώς τα αποτελέσματα των διαγωνισμών καταδεικνύουν τις συνέπειές της, με οριακές εκπτώσεις και στις δύο περιπτώσεις.
Τα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι συγκεκριμένα και δεν μπορούν να αποσιωπηθούν:
-
Πώς εξηγείται ότι σε δύο ανοικτούς διαγωνισμούς άνω των ορίων, με θεωρητικά ευρύ πεδίο ανταγωνισμού, οι οικονομικές προσφορές αποκλίνουν ελάχιστα από τους αρχικούς προϋπολογισμούς;
-
Πώς διασφαλίστηκε ότι οι όροι των προκηρύξεων εξυπηρέτησαν τον ουσιαστικό ανταγωνισμό και όχι την εκ των προτέρων συρρίκνωσή του;
-
Και πώς αιτιολογείται ο εκ των υστέρων κατακερματισμός ενός έργου που είχε εγκριθεί, προκηρυχθεί και χρηματοδοτηθεί ως ενιαίο;
Η ακολουθία ολοκληρώνεται το 2025, όταν, στο πλαίσιο διαδικασίας διαπραγμάτευσης χωρίς δημοσίευση προκήρυξης, η σύμβαση αναβάθμισης, συντήρησης και υποστήριξης του συστήματος ανατίθεται στην ίδια εταιρεία, την WCC Services B.V., στο ακριβές ύψος του προϋπολογισμού των 380.000 € χωρίς ΦΠΑ, δηλαδή χωρίς καμία απολύτως έκπτωση. Έτσι, το έργο εμφανίζεται τελικά να υλοποιείται μέσω διαδοχικών και διακριτών συμβάσεων, με ελάχιστες και μηδενικές εκπτώσεις και με επανεμφάνιση του ίδιου αναδόχου σε κρίσιμα στάδια, γεγονός που ενισχύει τα ερωτήματα για τον συνολικό σχεδιασμό και τη στρατηγική ανάθεσης.
Από έκπτωση περίπου 3% στο κύριο έργο, σε 0,83% στη σύμβαση της διεπαφής και τελικά σε 0% στη σύμβαση συντήρησης και αναβάθμισης, η πορεία των αναθέσεων του Skills-Based Matching Tool σκιαγραφεί μια σταθερή συρρίκνωση του ανταγωνισμού και όχι ένα πλαίσιο που μεγιστοποιεί το όφελος για το δημόσιο.
Η υπόθεση του Skills-Based Matching Tool αφορά τη διαχείριση δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων σε μια περίοδο όπου η ελληνική κοινωνία παρακολουθεί με αυξανόμενο σκεπτικισμό τον τρόπο αξιοποίησης του Ταμείου Ανάκαμψης. Οι πόροι αυτοί συνοδεύονται από αυξημένες υποχρεώσεις διαφάνειας, λογοδοσίας και θεσμικής συνέπειας.
Όταν ένα έργο εγκρίνεται ως ενιαίο και υλοποιείται αποσπασματικά, όταν οι διαγωνισμοί καταλήγουν επανειλημμένα σε οριακές εκπτώσεις και όταν κρίσιμα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα, η ευθύνη της Διοίκησης δεν είναι να σιωπά, αλλά να εξηγεί.
Οι εργαζόμενοι, τα συνδικαλιστικά τους όργανα και η κοινωνία δεν είναι παθητικοί θεατές.
Η διαφάνεια και η λογοδοσία στη διαχείριση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση και όχι μια αυθαίρετη προαιρετική επιλογή.
Όταν έργα του Ταμείου Ανάκαμψης καταλήγουν να υλοποιούνται με διαδοχικές συμβάσεις, περιορισμένο ανταγωνισμό και εκπτώσεις που τείνουν στο μηδέν, τότε το ερώτημα δεν είναι αν τηρήθηκαν τυπικά οι διαδικασίες, αλλά αν υπηρετήθηκε στην πράξη το δημόσιο συμφέρον και το πνεύμα της δήθεν ανάκαμψης που επικαλείται η Πολιτεία.
Η συγκεκριμένη ακολουθία αναθέσεων και εκπτώσεων καθιστά επιβεβλημένη την πλήρη θεσμική διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο υλοποιήθηκε ένα έργο του Ταμείου Ανάκαμψης.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΛΙΒΕΡΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ

