του Λιβέρη Κωνσταντίνου
Προέδρου του ΠΑΝ.Σ.ΥΠ.Ο
Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα δεν αποτελεί πλέον αντικείμενο εκτιμήσεων ή πολιτικής αντιπαράθεσης αλλά μια κοινωνική πραγματικότητα μετρήσιμη και αδιαμφισβήτητη, καταγεγραμμένη στα επίσημα ευρωπαϊκά στατιστικά στοιχεία, που αποτυπώνουν με ωμό τρόπο την επιδείνωση των συνθηκών κατοικίας και την αυξανόμενη οικονομική πίεση στα ελληνικά νοικοκυριά. Τα στοιχεία της Eurostat για το 2024 κατατάσσουν τη χώρα μας στην πρώτη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την επιβάρυνση κόστους στέγασης. Τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν πάνω από το 35% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για κατοικία, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος κινείται γύρω στο 19%. Σχεδόν ένας στους τρεις πολίτες αναγκάζεται να διαθέτει το 40% ή και περισσότερο του εισοδήματός του απλώς για να εξασφαλίσει στέγη, ένα μέγεθος που δεν αποτυπώνει μια πρόσκαιρη δυσκολία, αλλά μια μόνιμη και διαρθρωτική κοινωνική πίεση, η οποία διαβρώνει την οικονομική ασφάλεια των νοικοκυριών, αποθαρρύνει τη δημιουργία οικογένειας, επιταχύνει τη δημογραφική συρρίκνωση και, τελικά, υπονομεύει τη συνοχή και τη βιωσιμότητα της ίδιας της κοινωνίας.
Σε συνθήκες οξείας στεγαστικής κρίσης παρουσιάστηκε, την άνοιξη του 2023, το πρόγραμμα “Σπίτι μου Ι”, ως η υποτιθέμενη εμβληματική απάντηση της Πολιτείας στη στεγαστική ανασφάλεια των νέων. Σήμερα, με τα τελικά απολογιστικά στοιχεία να μην επιδέχονται καμία αμφισβήτηση, καθίσταται σαφές ότι το πρόγραμμα δεν συγκρότησε ποτέ ουσιαστική στεγαστική πολιτική, αλλά λειτούργησε πρωτίστως ως μηχανισμός διοχέτευσης δημόσιων πόρων προς το τραπεζικό σύστημα, χωρίς να ανταποκρίνεται στις πραγματικές παραμέτρους του στεγαστικού προβλήματος, όπως αυτές διαφοροποιούνται ανά περιοχή και κοινωνική ομάδα. Από έναν αρχικό σχεδιασμό σχεδόν ενός δισεκατομμυρίου ευρώ, εκταμιεύθηκαν μόλις 751 εκατομμύρια, αφήνοντας ανεκτέλεστο περίπου το ένα τέταρτο των πόρων. Σε μια χώρα που καταγράφει τη βαρύτερη στεγαστική επιβάρυνση στην Ευρώπη, αυτή η υποεκτέλεση δεν είναι τεχνική αστοχία αλλά συνειδητή πολιτική αποτυχία.
Η αποτυχία αυτή είχε συγκεκριμένα και μετρήσιμα αίτια. Το «Σπίτι μου Ι» σχεδιάστηκε αποκλειστικά ως πρόγραμμα αγοράς υφιστάμενων κατοικιών. Δεν επιχορήγησε την κατασκευή νέων σπιτιών, δεν ενίσχυσε την παραγωγή κατοικίας και δεν αντιμετώπισε την έλλειψη προσφοράς, που αποτελεί τον πυρήνα της ελληνικής στεγαστικής κρίσης. Ιδιαίτερα εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων, όπου η αγορά μεταχειρισμένων κατοικιών είναι περιορισμένη ή ανύπαρκτη, χιλιάδες δικαιούχοι αποκλείστηκαν στην πράξη από τη δυνατότητα να χτίσουν σπίτι στον τόπο τους. Το αποτέλεσμα ήταν η ενίσχυση της εσωτερικής μετανάστευσης, η αποδυνάμωση της περιφέρειας και η διεύρυνση των χωρικών ανισοτήτων.
Στα μεγάλα αστικά κέντρα, το πρόγραμμα οδήγησε σε μια διαφορετική αλλά εξίσου προβληματική εξέλιξη. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν, ο μέσος όρος των κατοικιών που αγοράστηκαν μέσω του «Σπίτι μου Ι» ήταν κατασκευής του 1984. Δηλαδή, οι δικαιούχοι οδηγήθηκαν κατά κύριο λόγο στην αγορά παλαιών κατοικιών, ηλικίας περίπου σαράντα ετών. Πολλές από αυτές απαιτούσαν εκτεταμένες ανακαινίσεις, ενεργειακές παρεμβάσεις και δομικές επισκευές για να καταστούν στοιχειωδώς αξιοπρεπείς.
Έτσι, χιλιάδες νοικοκυριά δεν επιβαρύνθηκαν μόνο με στεγαστικό δάνειο, αλλά και με πρόσθετο κόστος ανακαίνισης, σε μια περίοδο αυξημένων τιμών υλικών και εργασίας. Ουσιαστικά, νέοι άνθρωποι χρεώθηκαν για να αποκτήσουν παλαιές, συχνά ενεργειακά και λειτουργικά υποβαθμισμένες κατοικίες, χωρίς καμία συνολική πρόβλεψη στήριξης για την αναβάθμισή τους. Το πρόγραμμα δεν παρήγαγε αξιοπρεπή στέγη αλλά νέο ιδιωτικό χρέος πάνω σε παλιό κτιριακό απόθεμα.
Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν ούτε απρόβλεπτη ούτε πολιτικά ουδέτερη. Η Τράπεζα της Ελλάδας έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι η ενίσχυση της ζήτησης κατοικίας χωρίς αντίστοιχη αύξηση της προσφοράς οδηγεί αναπόφευκτα σε ανατιμήσεις και χαμηλή κοινωνική αποτελεσματικότητα. Το “Σπίτι μου Ι” επιβεβαίωσε αυτή τη διαπίστωση με τον πιο αποκαλυπτικό τρόπο, καθώς αντί να κατευθύνει δημόσιους πόρους στην παραγωγή νέας κατοικίας, διοχέτευσε –μάλιστα μέσω του τραπεζικού συστήματος– πόρους προερχόμενους από τον πρώην ΟΕΚ, δηλαδή από εισφορές εργαζομένων, χωρίς να αυξήσει την προσφορά, επιδεινώνοντας τις πιέσεις στις τιμές και εγκλωβίζοντας νοικοκυριά σε επισφαλείς και μακροχρόνια μη βιώσιμες στεγαστικές επιλογές.
Τα δεδομένα της Eurostat για το 2024 αποδεικνύουν ότι η στεγαστική επιβάρυνση στην Ελλάδα δεν μειώθηκε. Παρέμεινε σε επίπεδα πρωτοφανή για ευρωπαϊκή χώρα. Αν το πρόγραμμα είχε πράγματι λειτουργήσει ως αποτελεσματική στεγαστική πολιτική, τα μεγέθη αυτά θα εμφάνιζαν, έστω και οριακά, τάση αποκλιμάκωσης αλλά απεναντίας το γεγονός ότι όχι μόνο δεν τη παρουσιάζουν αλλά παραμένουν αμετάβλητα ή επιδεινώνονται αποδεικνύει ότι η παρέμβαση απέτυχε να επηρεάσει ουσιαστικά τη στεγαστική πραγματικότητα.
Το πρόβλημα, τελικά, είναι βαθύτερο από ένα αποτυχημένο πρόγραμμα. Είναι η διαχρονική απουσία δημόσιας πολιτικής κοινωνικής κατοικίας. Η Ελλάδα παραμένει από τις ελάχιστες χώρες της Ευρώπης χωρίς οργανωμένο δημόσιο στεγαστικό φορέα που να κατασκευάζει και να διαχειρίζεται κοινωνικές και προσιτές κατοικίες. Αντί να επενδύσουμε στην παραγωγή πραγματικών κατοικιών, επιλέξαμε να διοχετεύσουμε δημόσιους πόρους σε δάνεια και να αναθέσουμε την επίλυση της στεγαστικής κρίσης στην αγορά, με τα γνωστά και προβλέψιμα αποτελέσματα.
Η λύση είναι πλέον σαφής. Η χώρα χρειάζεται έναν νέο Δημόσιο Στεγαστικό Φορέα, με αποστολή την κατασκευή αξιοπρεπών, ενεργειακά σύγχρονων κοινωνικών κατοικιών, τόσο στα μεγάλα αστικά κέντρα όσο και στην περιφέρεια. Έναν φορέα που θα επιτρέπει στους νέους να ζουν και να χτίζουν στον τόπο τους, χωρίς να φορτώνονται χρέος για κατοικίες περασμένων δεκαετιών.
Το «Σπίτι μου Ι» δεν απέτυχε επειδή δεν βοήθησε κανέναν. Απέτυχε επειδή δεν σχεδιάστηκε για να λύσει το πρόβλημα.
Και όσο η Πολιτεία επιμένει να αναπαράγει, μέσω του “Σπίτι μου ΙΙ”, την ίδια αποτυχημένη λογική αντιμετώπισης της στέγης ως τραπεζικού προϊόντος, κατασπαταλώντας πόρους που προέρχονται τόσο από τις εισφορές των εργαζομένων όσο και από το Ταμείο Ανάκαμψης, χωρίς να παράγει ούτε ένα νέο σπίτι και χωρίς να επιλύει το στεγαστικό πρόβλημα, η κρίση όχι μόνο θα συνεχίζεται αλλά θα παγιώνεται με κοινωνικό κόστος που θα πληρώνει το σύνολο της κοινωνίας.

