Το Υπουργείο Εργασίας, το οποίο εποπτεύει τον ΕΦΚΑ και τη Δ.ΥΠ.Α —δύο πυλώνες κοινωνικής προστασίας για ανέργους, συνταξιούχους, ΑμεΑ και ευάλωτα νοικοκυριά— βρίσκεται στο στόχαστρο μιας μεθοδευμένης πολιτικής αποδόμησης του μόνιμου δημόσιου χαρακτήρα του.Τα επίσημα στοιχεία της Απογραφής του Δημοσίου είναι αδιαμφισβήτητα. Την περίοδο 2019–2025 το τακτικό προσωπικό του Υπουργείου Εργασίας μειώθηκε κατά 33,8%, από 15.627 σε 10.342 υπαλλήλους. Μόνο σε ένα έτος (2022–2023) καταγράφηκε πτώση 23,7%. Αυτή η συρρίκνωση δεν είναι τυχαία ούτε αποτέλεσμα φυσικής φθοράς του προσωπικού, αλλά συνειδητή πολιτική επιλογή αποψίλωσης του μόνιμου κορμού.
Αντί για ενίσχυση με μόνιμο προσωπικό, η κυβέρνηση επέλεξε τη μαζική εξάπλωση της επισφάλειας. Οι εργαζόμενοι μέσω προγραμμάτων Δ.ΥΠ.Α στο ίδιο το Υπουργείο αυξήθηκαν κατά 789% (από 152 το 2020 σε 1.352 το 2025), ενώ οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου λειτουργούν ως μόνιμος μηχανισμός ανακύκλωσης εργαζομένων χωρίς δικαιώματα, χωρίς υπηρεσιακή εξέλιξη και χωρίς θεσμική συνέχεια. Το αποτέλεσμα είναι αποκαλυπτικό: το 2025 η προσωρινή απασχόληση (προγράμματα Δ.ΥΠ.Α + ορισμένου χρόνου) φτάνει το 25,54% του τακτικού προσωπικού. Δηλαδή, πάνω από ένας στους τέσσερις εργαζόμενους που κρατούν όρθιες τις υπηρεσίες εργάζεται με ημερομηνία λήξης.
Την ίδια στιγμή, με τον ν. 4940/2022 επιβλήθηκε υποχρεωτική αξιολόγηση με απειλή πειθαρχικών κυρώσεων. Η αξιολόγηση μετατράπηκε σε εργαλείο εκφοβισμού ενός ήδη αποδυναμωμένου προσωπικού. Ζητούν στοχοθεσία και αποδοτικότητα, ενώ οι υπηρεσίες λειτουργούν με συμβασιούχους που λήγουν και εργαζόμενους που δεν συμμετέχουν ουσιαστικά στο σύστημα αξιολόγησης.
Παράλληλα, με Κοινή Υπουργική Απόφαση επιβάλλεται ένας αυστηρός περιορισμός στην έξοδο προσωπικού της Δ.ΥΠ.Α προς τρίτους φορείς, μέσω της υποχρεωτικής προϋπόθεσης ότι το ποσοστό κάλυψης των οργανικών θέσεων πρέπει να ανέρχεται τουλάχιστον στο 75% για συγκεκριμένους κλάδους και ειδικότητες. Η ρύθμιση αυτή λειτουργεί ως θεσμοθετημένο “μπλόκο” κινητικότητας, διότι θέτει ένα εξαιρετικά υψηλό όριο σε υπηρεσίες και μετατρέπει το δικαίωμα κινητικότητας σε ουσιαστική απαγόρευση. Έτσι, αντί να ενισχύεται η Δ.ΥΠ.Α με μόνιμες προσλήψεις, το προσωπικό της ουσιαστικά “παγιδεύεται”, ενώ η διοίκηση συνεχίζει να στηρίζεται σε προγράμματα και συμβάσεις ορισμένου χρόνου.
Την ίδια ώρα, η Δ.ΥΠ.Α λειτουργεί με διορισμένους προϊσταμένους, χωρίς ουσιαστικές υπηρεσιακές κρίσεις από το 2011. Αυτοί οι διορισμένοι προϊστάμενοι χρησιμοποιούνται και για τη διενέργεια ΕΔΕ, δηλαδή εργαζόμενοι κρίνονται πειθαρχικά από στελέχη που δεν έχουν οι ίδιοι επιλεγεί με αξιοκρατικές διαδικασίες. Πρόκειται για “διορισμένη αξιοκρατία” που λειτουργεί ως μηχανισμός ελέγχου και πειθάρχησης, όχι ως εγγύηση διαφάνειας και δικαιοσύνης.
Σε όλα τα παραπάνω προστίθεται και μια καθαρά δημοσιονομική στόχευση. Οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου και οι απασχολούμενοι στο πρόγραμμα «55+», που αντιστοιχούν περίπου στο 25% του ανθρώπινου δυναμικού, αμείβονται σημαντικά χαμηλότερα από τους μόνιμους και στερούνται πλήρων υπηρεσιακών δικαιωμάτων. Η αντικατάσταση μόνιμων θέσεων με προσωρινές μορφές απασχόλησης λειτουργεί ως μηχανισμός συμπίεσης του μισθολογικού κόστους. Η κυβέρνηση εμφανίζει αυτή τη μείωση δαπανών ως “εξορθολογισμό”, όμως επιτυγχάνεται εις βάρος της ποιότητας των υπηρεσιών και της κοινωνικής προστασίας.
Οι συνέπειες αυτών των επιλογών πλήττουν άμεσα τους πολίτες: τον άνεργο που περιμένει επίδομα, τον συνταξιούχο που αγωνιά για απονομή σύνταξης, τον πολίτη που χρειάζεται αξιόπιστη κοινωνική στήριξη. Όταν αποδυναμώνεις το Υπουργείο Εργασίας, δεν τιμωρείς μόνο τους υπαλλήλους — εγκαταλείπεις τους πιο αδύναμους.
Τα στοιχεία για τους μετακλητούς αποκαλύπτουν και μια δεύτερη, παράλληλη όψη της ίδιας πολιτικής. Ενώ το μόνιμο προσωπικό του Υπουργείου Εργασίας συρρικνώθηκε κατά 33,8% την περίοδο 2019–2025, ο συνολικός αριθμός μετακλητών στο Δημόσιο αυξήθηκε από 1.844 τον Οκτώβριο του 2019 σε 3.372 τον Οκτώβριο του 2025, σχεδόν διπλασιαζόμενος. Ταυτόχρονα, μόνο στο Υπουργείο Εργασίας υπηρετούσαν τον Οκτώβριο του 2025 50 μετακλητοί, την ώρα που ο μόνιμος κορμός του Υπουργείου έχει αποψιλωθεί. Στο Υπουργείο Εργασίας υπηρετεί ο δεύτερος μεγαλύτερος αριθμός μετακλητών υπαλλήλων μεταξύ όλων των Υπουργείων.
Με άλλα λόγια, μειώνονται συστηματικά οι δαπάνες για μόνιμους υπαλλήλους που φέρουν το βάρος της καθημερινής λειτουργίας των υπηρεσιών, ενώ διογκώνεται παράλληλα ο μηχανισμός των μετακλητών, δηλαδή των πολιτικά επιλεγμένων στελεχών. Πρόκειται για σαφή μετατόπιση πόρων: λιγότεροι μόνιμοι, περισσότεροι «ημέτεροι». Αυτή η επιλογή δεν υπηρετεί την αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, αλλά αναδιανέμει το δημόσιο χρήμα προς θέσεις πολιτικής επιρροής, εις βάρος της σταθερότητας, της θεσμικής μνήμης και της ποιότητας των υπηρεσιών που λαμβάνουν οι πολίτες.
Ως ΠΑΝΣΥΠΟ δηλώνουμε κατηγορηματικά ότι δεν θα αποδεχθούμε τη μετατροπή των κρίσιμων υπηρεσιών σε ζώνη επισφάλειας, ούτε την αξιολόγηση-τιμωρία χωρίς σταθερή στελέχωση, ούτε το “κλείδωμα” της κινητικότητας στη ΔΥΠΑ, ούτε τη διορισμένη ψευδο-αξιοκρατία.
Απαιτούμε άμεσα:
-
Μαζικές προσλήψεις μόνιμου προσωπικού στο Υπουργείο Εργασίας, στον ΕΦΚΑ και στη Δ.ΥΠ.Α.
-
Άρση όλων των περιορισμών που παγιδεύουν το προσωπικό της Δ.ΥΠ.Α.
-
Διεξαγωγή πραγματικών, διαφανών υπηρεσιακών κρίσεων.
-
Αναθεώρηση της εφαρμογής του ν. 4940/2022 ώστε η αξιολόγηση να υπηρετεί τη βελτίωση των υπηρεσιών και όχι την πειθάρχηση των εργαζομένων.
Το κοινωνικό κράτος δεν χτίζεται με συμβάσεις που λήγουν.
Χτίζεται με ανθρώπους που μένουν — και θα αγωνιστούμε γι’ αυτό.

