Ο ΠΑΝΣΥΠΟ βρίσκεται στην ευχάριστη θέση να σας παρουσιάσει μια ολοκληρωμένη μελέτη για τον κοινωνικό τουρισμό στην Ελλάδα και την Ευρώπη, με ιδιαίτερη έμφαση στο ισπανικό μοντέλο IMSERSO και στις αναγκαίες αλλαγές για να πάψουν οι διακοπές να είναι προνόμιο για λίγους.
Στη μελέτη που παρουσιάζουμε αναδεικνύουμε τη «φτώχεια στις διακοπές» ως έναν από τους πιο σκληρούς δείκτες κοινωνικής ανισότητας στην Ευρώπη: η αδυναμία μίας εβδομάδας διακοπών έχει αναγνωριστεί επίσημα από την ΕΕ ως δείκτης υλικής και κοινωνικής αποστέρησης και σήμερα αφορά το 27% του ευρωπαϊκού πληθυσμού. Η Ελλάδα βρίσκεται στη δεύτερη χειρότερη θέση, με το 46% των ενηλίκων να δηλώνει ότι δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει ούτε μία εβδομάδα διακοπών, ενώ ιδιαίτερα χτυπημένα είναι τα φτωχά νοικοκυριά, οι οικογένειες με παιδιά, οι μονογονεϊκές και οι πολύτεκνες οικογένειες, που συχνά καταφεύγουν σε «συμπιεσμένες» ή και καθόλου διακοπές λόγω κόστους.
Σε αυτό το περιβάλλον εξετάζουμε τον κοινωνικό τουρισμό στην Ελλάδα, από τη διαδρομή της Εργατικής Εστίας μέχρι το σημερινό πρόγραμμα της ΔΥΠΑ, που στηρίζεται στην επιταγή κοινωνικού τουρισμού για εργαζόμενους, ανέργους και τις οικογένειές τους. Περιγράφουμε πώς το γενικό πρόγραμμα έχει διευρυνθεί τα τελευταία χρόνια, φτάνοντας τις 300.000 επιταγές και προϋπολογισμό 50 εκατ. ευρώ, με επιδότηση διαμονής, ενίσχυση ακτοπλοϊκών εισιτηρίων, περισσότερες δωρεάν διανυκτερεύσεις σε πληγείσες και ακριτικές περιοχές και ειδικές ρυθμίσεις για ΑμεΑ, πολύτεκνους και μακροχρόνια ανέργους. Την ίδια στιγμή όμως δείχνουμε ότι, παρά τη διεύρυνση, το πρόγραμμα καλύπτει μόνο ένα μικρό κλάσμα των εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων που αντικειμενικά δεν μπορούν να πάνε διακοπές, λειτουργώντας περισσότερο ως στοχευμένο δίχτυ ασφαλείας παρά ως καθολικό κοινωνικό δικαίωμα.
Παράλληλα, παρουσιάζουμε τα υπόλοιπα ελληνικά προγράμματα κοινωνικού τουρισμού που λειτουργούν συμπληρωματικά: το ειδικό πρόγραμμα κοινωνικού τουρισμού της ΔΥΠΑ για συνταξιούχους πρώην ΟΑΕΕ με 25.000 επιταγές και σταθερό προϋπολογισμό 3 εκατ. ευρώ τον χρόνο, το πακέτο τριών προγραμμάτων του ΛΑΕ/ΟΠΕΚΑ για τους αγρότες (κοινωνικός, εκδρομικός και ιαματικός τουρισμός, συνολικά περίπου 60.000 δικαιούχοι) και τον «Τουρισμό για Όλους» του Υπουργείου Τουρισμού με άυλη ψηφιακή κάρτα ύψους άνω των 25,3 εκατ. ευρώ. Μέσα από τη συγκριτική ανάλυση δείχνουμε ότι διαμορφώνεται ένα κατακερματισμένο μωσαϊκό παροχών, με κλειστά μητρώα παρόχων στη Δ.ΥΠ.Α και στον ΟΠΕΚΑ-ΛΑΕ, περιορισμένο εύρος δικαιούχων και συχνά σημαντική ιδιωτική συμμετοχή, σε αντίθεση με τη μεγαλύτερη ευελιξία και ελευθερία επιλογής που φέρνει η ψηφιακή κάρτα του «Τουρισμός για Όλους».
Στο ευρωπαϊκό κεφάλαιο εστιάζουμε ιδιαίτερα στο ισπανικό μοντέλο IMSERSO, το οποίο αναδεικνύουμε ως σημείο αναφοράς για το πώς μπορεί να οργανωθεί ο κοινωνικός τουρισμός ως σταθερός θεσμός του κοινωνικού κράτους. Περιγράφουμε ότι το IMSERSO απευθύνεται σε συνταξιούχους, ανεξαρτήτως εθνικότητας, αρκεί να είναι νόμιμοι κάτοικοι Ισπανίας, αλλά και στους συζύγους τους και σε τέκνα με αναπηρία, προσφέροντας για την περίοδο 2024‑2025 περίπου 886.269 θέσεις, με πολυετή και γενναία κρατική χρηματοδότηση, περιλαμβανομένης ειδικής επιδότησης γύρω στα 6 εκατ. ευρώ αποκλειστικά για ΑμεΑ. Τονίζουμε ότι η ενίσχυση παίρνει τη μορφή οργανωμένων πακέτων 4 έως 10 ημερών, με τιμές από 124 ευρώ για τετραήμερη απόδραση έως 290 ευρώ για δεκαήμερες διακοπές που περιλαμβάνουν διαμονή, πλήρη διατροφή και συνήθως τη μεταφορά με λεωφορείο, τρένο ή αεροπλάνο, επιτυγχάνοντας ταυτόχρονα κοινωνική προστασία για την τρίτη ηλικία και στήριξη της τουριστικής βιομηχανίας στην off‑season. Δίπλα σε αυτό, παρουσιάζουμε τα συστήματα της Γαλλίας (ANCV και Vacaf), του Βελγίου και της Γερμανίας, όπου οι επιδοτήσεις είναι βαθύτερες και πιο στοχευμένες, η κάλυψη πιο μαζική και ο κοινωνικός τουρισμός ενταγμένος δομικά στο κοινωνικό κράτος.
Ως ΠΑΝΣΥΠΟ, μέσα από τη μελέτη αυτή, διατυπώνουμε μια τεκμηριωμένη κριτική στον τρόπο που η ΔΥΠΑ διαχειρίζεται τον κοινωνικό τουρισμό. Αναδεικνύουμε πρακτικές προχειρότητας και αιφνιδιασμών, όπως ανακοινώσεις οριστικών αποτελεσμάτων κυριολεκτικά λίγο πριν την έναρξη ισχύος των επιταγών, ασφυκτικές προθεσμίες ενστάσεων που σε κάποιες περιπτώσεις περιορίστηκαν σε λίγες ώρες, καθώς και ποινές αποκλεισμού για δικαιούχους που δεν κατάφεραν να χρησιμοποιήσουν την επιταγή τους για λόγους που συχνά δεν ελέγχουν, όπως έλλειψη διαθέσιμων καταλυμάτων, κόστος μετακίνησης ή προσωπικά ζητήματα. Τεκμηριώνουμε ότι σε προηγούμενο κύκλο παρατηρήθηκαν μαζικές μεταβολές μοριοδότησης ανάμεσα σε προσωρινά και οριστικά αποτελέσματα, αποκλεισμοί δικαιούχων που πληρούσαν τα κριτήρια και πλήρης απουσία ενός αναλυτικού ετήσιου απολογισμού με στοιχεία για το πόσες επιταγές ενεργοποιήθηκαν, πόσα κονδύλια εκταμιεύτηκαν και ποιοι τελικά ωφελήθηκαν.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνουμε στη «μαύρη τρύπα» του κοινωνικού τουρισμού για τους συνταξιούχους. Σημειώνουμε ότι, σε αντίθεση με χώρες όπως η Ισπανία, η Γαλλία και η Ιταλία, όπου υπάρχουν μαζικά προγράμματα για την τρίτη ηλικία, στην Ελλάδα δεν υπάρχει καθολικό πρόγραμμα για τους συνταξιούχους μισθωτούς (πρώην ΙΚΑ), ενώ το μοναδικό ειδικό πρόγραμμα για συνταξιούχους πρώην ΟΑΕΕ μένει χρόνια με αμετάβλητο προϋπολογισμό και αριθμό επιταγών. Αναδεικνύουμε μάλιστα το σκάνδαλο των αδιάθετων επιταγών και κονδυλίων: σε έναν κύκλο από τις 25.000 επιταγές μόνο 14.476 βρήκαν δικαιούχο, με αποτέλεσμα 10.524 επιταγές να μείνουν χωρίς χρήση και πάνω από 1,2 εκατ. ευρώ να μην εκταμιευθούν, την ίδια ώρα που χιλιάδες συνταξιούχοι βλέπουν τις αιτήσεις τους να απορρίπτονται.
Στη μελέτη επισημαίνουμε επίσης ότι ομάδες όπως τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά, που είναι από τις πιο εκτεθειμένες στη φτώχεια, δεν έχουν ιδιαίτερη μοριοδότηση ή δικαίωμα σε αντίστοιχα «διπλά» δελτία, όπως ίσχυε στην παλιά Εργατική Εστία, ενώ εντοπίζουμε σοβαρά λειτουργικά κενά: ανεπαρκές πλαίσιο ελέγχου παρόχων, αδυναμία τμηματικής χρήσης των vouchers, μη κάλυψη οδικών μετακινήσεων (ΚΤΕΛ, καύσιμα) που σε πολλές περιπτώσεις ακυρώνει στην πράξη την επιδότηση. Την ίδια στιγμή περιγράφουμε την υποστελέχωση και την πίεση που βιώνουν οι εργαζόμενοι της Δ.ΥΠ.Α, οι οποίοι καλούνται να υλοποιήσουν πολύπλοκα προγράμματα με ανεπαρκείς πόρους και προβληματικά πληροφοριακά συστήματα, ενώ η Διοίκηση μετακυλίει σε αυτούς την κοινωνική δυσαρέσκεια.
Στο τελικό συμπέρασμα προχωρούμε από την κριτική στις προτάσεις. Υποστηρίζουμε ότι, ακόμη κι αν αθροίσουμε όλα τα σημερινά προγράμματα κοινωνικού τουρισμού, η συνολική κάλυψη δεν φτάνει τον όγκο και τη φιλοσοφία της παλιάς Εργατικής Εστίας, πόσο μάλλον τις σύγχρονες ανάγκες σε μια χώρα όπου σχεδόν ο μισός πληθυσμός δεν μπορεί να πάει διακοπές. Προτείνουμε θεσμική κατοχύρωση της πλήρους ανταποδοτικότητας των εισφορών και δραστική αύξηση της χρηματοδότησης, με αξιοποίηση και ευρωπαϊκών πόρων, δημιουργία ειδικών και ξεχωριστών προγραμμάτων για συνταξιούχους, μισθωτούς, μονοπρόσωπα νοικοκυριά, οικογένειες με παιδιά και ευάλωτες ομάδες.
Ζητάμε πλήρη διαφάνεια με ετήσιους απολογισμούς, κατάργηση της τιμωρητικής λογικής αποκλεισμών και ανασχεδιασμό του ελληνικού μοντέλου προς την κατεύθυνση ενός σταθερού, μακροχρόνιου προγράμματος τύπου IMSERSO: με εγγυημένο αριθμό θέσεων, πραγματικά χαμηλό κόστος για τον δικαιούχο, ενσωματωμένες μεταφορές και ρητή στόχευση στην καταπολέμηση της «φτώχειας στις διακοπές» για εργαζόμενους, ανέργους, συνταξιούχους και τα λαϊκά στρώματα.
ΠΑΝΣΥΠΟ

