Νέα του Συλλόγου ΠΑΝΣΥΠΟ

Κατάρτιση χωρίς συνάφεια, πολιτική χωρίς ευθύνη: Η Ευρώπη προειδοποιεί, η Δ.ΥΠ.Α θριαμβολογεί

Όταν η κατάρτιση γίνεται άλλο ένα επίδομα: Η Δ.ΥΠ.Α στο μικροσκόπιο ΟΟΣΑ και Κομισιόν

Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Υπαλλήλων ΟΑΕΔ–τ.ΟΕΕ–τ.ΟΕΚ, που εκπροσωπεί εργαζόμενους στη Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (Δ.ΥΠ.Α), δεν μπορεί να σιωπά απέναντι σε όσα καταγράφουν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ο ΟΟΣΑ για την ελληνική πολιτική απασχόλησης, την κατάρτιση και τη λειτουργία της Υπηρεσίας. Ως εργαζόμενοι στη Δ.ΥΠ.Α έχουμε συνταγματικό και υπηρεσιακό καθήκον να ερευνούμε, να κρίνουμε και να προτείνουμε – και αυτό κάνουμε, με τεκμηρίωση βασισμένη στα επίσημα κείμενα της Κομισιόν και του ΟΟΣΑ, αλλά και στις ίδιες τις ανακοινώσεις της ΔΥΠΑ.

Α. Τι λέει η Κομισιόν για τα προγράμματα κατάρτισης της Δ.ΥΠ.Α (Digital Decade 2024)

Στο «Greece 2024 Digital Decade Country Report – Recommendations», η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει ότι στην Ελλάδα έχουν διοχετευθεί εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ σε προγράμματα κατάρτισης και upskilling/reskilling, με ναυαρχίδα ένα πρόγραμμα της ΔΥΠΑ ύψους 168 εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο μάλιστα παρουσιάζεται ως «inspiring practice». Την ίδια στιγμή, όμως, οι ελληνικές αρχές δηλώνουν στην Επιτροπή ότι βρίσκονται ακόμη «στη διαδικασία επεξεργασίας των σχετικών δεδομένων» για να εκτιμηθεί αν το πρόγραμμα αυτό αύξησε τον αριθμό των ειδικών ΤΠΕ, βελτίωσε ουσιαστικά τις δεξιότητες και κάλυψε τις ανάγκες της αγοράς εργασίας.

Με άλλα λόγια, η ίδια η Κομισιόν καταγράφει ότι τεράστια ποσά δημοσίου χρήματος έχουν ήδη δαπανηθεί, χωρίς να υπάρχει πλήρης, τεκμηριωμένη αποτίμηση της αποτελεσματικότητάς τους. Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι η Ελλάδα έχει θέσει στόχους χαμηλότερης φιλοδοξίας από τους ευρωπαϊκούς σε κρίσιμα πεδία (υιοθέτηση cloud, ανάλυση δεδομένων, τεχνητή νοημοσύνη), ότι η αύξηση των ειδικών πληροφορικής και ψηφιακών τεχνολογιών (ειδικών ΤΠΕ) παραμένει «μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις» και ότι δεν υπάρχει επαρκής σύνδεση μεταξύ δράσεων κατάρτισης και «δουλειών του μέλλοντος».


Β. ΟΟΣΑ – Κομισιόν 2024: Η πρώτη πραγματική αξιολόγηση ALMP στην Ελλάδα

Η κοινή έκθεση ΟΟΣΑ–Κομισιόν «Impact Evaluation of Training and Wage Subsidies for the Unemployed in Greece» (Φεβρουάριος 2024) είναι το πιο τεκμηριωμένο κείμενο για τις ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης και τα προγράμματα της Δ.ΥΠ.Α.

Τι αναγνωρίζει ως θετικό :

  • Τα προγράμματα κατάρτισης αυξάνουν την πιθανότητα απασχόλησης των ανέργων κατά περίπου 7–9 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με όσους δεν συμμετείχαν.

  • Τα προγράμματα επιδότησης μισθών αυξάνουν την πιθανότητα απασχόλησης κατά περίπου 59% σε ορίζοντα 12 μηνών, αναφερόμενη σε συγκεκριμένη ομάδα προγραμμάτων.

  • Η μεταρρύθμιση «Jobs Again» του 2022 κρίνεται ως κίνηση προς τη σωστή κατεύθυνση, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνοδευτεί από ουσιαστική αξιολόγηση και καλύτερη στόχευση.

Τι καταγράφει ως σοβαρές ελλείψεις:

  1. Για πρώτη φορά αξιολόγηση – μετά από 4 έως 7 χρόνια.
    Τα προγράμματα κατάρτισης 2017–2020 και οι επιδοτήσεις μισθών 2017–2021 αξιολογούνται ουσιαστικά μόλις το 2024. Ο ίδιος ο Διοικητής της ΔΥΠΑ παραδέχτηκε δημοσίως ότι «για πρώτη φορά στη χώρα μας οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης αξιολογήθηκαν συστηματικά».

  2. Πολύ λίγα χρήματα – λάθος σύνθεση.
    Η Ελλάδα δαπανά 
    από τα χαμηλότερα ποσά στον ΟΟΣΑ για ενεργητικές πολιτικές, και το μεγαλύτερο μέρος πηγαίνει σε άμεση δημιουργία θέσεων (job creation) και όχι σε στοχευμένη, υψηλής ποιότητας κατάρτιση.

  3. Άδικη στόχευση – δεν φτάνουν στους πιο ευάλωτους.
    Τα προγράμματα ωφελούν κυρίως όσους είναι «κοντύτερα» στην αγορά εργασίας, ενώ οι πιο ευάλωτοι (μακροχρόνια άνεργοι, πολύ χαμηλών προσόντων, γυναίκες) υποεξυπηρετούνται.

  4. Τεράστια κενά στα διοικητικά δεδομένα.
    Για ορισμένα προγράμματα επιδότησης μισθών μετά το 2020, 
    έως και το 83% των συμμετεχόντων δεν ταυτοποιούνταν καθόλου στο ΕΡΓΑΝΗ, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να παρακολουθηθεί αν και πότε βρήκαν ή έχασαν εργασία.

  5. Έλλειψη σύγχρονου profiling και υπερφόρτωση εργασιακών συμβούλων.
    Δεν υπάρχει επαρκές σύστημα κατάταξης ανέργων με βάση τις ανάγκες και τα εμπόδιά τους, ενώ οι εργασιακοί σύμβουλοι σηκώνουν υπερβολικά υψηλό αριθμό ανέργων ανά σύμβουλο.

  6. Κατακερματισμός προγραμμάτων.
    Πάρα πολλά, μικρά, κατακερματισμένα προγράμματα, αντί για λίγα, ενοποιημένα εργαλεία πολιτικής με σαφή στόχευση και επαρκείς πόρους.

  7. Απουσία ξεκάθαρης στρατηγικής ΔΥΠΑ.
    Η Δ.ΥΠ.Α δεν παρουσιάζει ακόμη μια 
    συνοπτική, συνεκτική στρατηγική με μακροπρόθεσμους στόχους, αποστολή και όραμα.

  8. Αδιαφάνεια: τα ευρήματα δεν κοινοποιούνται επαρκώς.
    Ο ΟΟΣΑ ζητά ρητά τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων να κοινοποιούνται σε εργαζόμενους, υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και κοινό – κάτι που μέχρι σήμερα δεν συμβαίνει συστηματικά.


Γ. Τι λένε οι μελέτες In‑Depth Review 2024 και Joint Employment Report 2024

Η Έκθεση Εμπεριστατωμένης Εξέτασης 2024 της Κομισιόν για την Ελλάδα επισημαίνει ότι:

  • Το ποσοστό απασχόλησης στην Ελλάδα παραμένει περίπου 8 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ (61,8% έναντι 70,5%).

  • Η ανεργία των νέων κινείται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, με τη χαμηλότερη συμμετοχή των νέων στην αγορά εργασίας στην ΕΕ.​

  • Ζητείται ρητά «βελτίωση της αποτελεσματικότητας των ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης», με έμφαση σε νέους και γυναίκες και με καλύτερη στόχευση και εξατομίκευση.

Το Joint Employment Report 2024 στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου κατατάσσει την Ελλάδα στις χώρες με σοβαρές προκλήσεις στην απασχόληση, στις δεξιότητες και στην κοινωνική προστασία, υπογραμμίζοντας ότι τα προγράμματα δεν φτάνουν επαρκώς σε ευάλωτες ομάδες και δεν αμβλύνουν επαρκώς τις ανισότητες.


Δ. Τι λέει η ίδια η Δ.ΥΠ.Α για τα προγράμματά της – ο αριθμός «260.000» κάτω από το μικροσκόπιο

Σε πρόσφατες ανακοινώσεις και συνεντεύξεις, η Δ.ΥΠ.Α υποστηρίζει ότι «πάνω από 260.000 πολίτες βρήκαν ή διατήρησαν εργασία» μέσα από προγράμματα κατάρτισης την τελευταία τριετία. Στον απολογισμό δράσεων 2025, ο αριθμός των ωφελουμένων που ολοκλήρωσαν προγράμματα κατάρτισης σε διάφορες δράσεις πράγματι αθροίζεται γύρω σε αυτά τα μεγέθη.

Όμως, όταν δούμε την αναλυτική κατανομή, η εικόνα αλλάζει:

Έτσι, το «260.000» δεν είναι αριθμός πολιτών που βρήκαν εξαρχής δουλειά, αλλά αριθμός συμμετοχών / ολοκληρώσεων προγραμμάτων, με πολύ διαφορετική αποτελεσματικότητα ανά δράση. Τα πολύ υψηλά ποσοστά (92–93%) αφορούν εργαζόμενους που ήδη είχαν θέση εργασίας και απλώς την «διατήρησαν» για λίγους μήνες μετά την κατάρτιση.


Ε. Ποιοτική διάσταση: σε τι δουλειά βρήκαν οι άνεργοι; τι πραγματικά «κέρδισαν» οι εργαζόμενοι;

Η κρίσιμη ερώτηση είναι: 

  • οι άνεργοι που βρήκαν δουλειά, βρήκαν σε επάγγελμα σχετικό με αυτό που καταρτίστηκαν; 

  • Και οι εργαζόμενοι κινδύνευαν πράγματι από απόλυση, ή απλώς πήραν το επίδομα κατάρτισης;

Ο ΟΟΣΑ απαντά ξεκάθαρα για τους ανέργους:

«Training does not significantly alter the aggregate distribution of occupations of individuals who become re‑employed after unemployment.»

Δηλαδή, η κατάρτιση δεν αλλάζει ουσιαστικά το επαγγελματικό προφίλ της εργασίας που βρίσκουν όσοι επανεντάσσονται: οι άνεργοι βρίσκουν δουλειές ίδιου τύπου είτε πέρασαν από πρόγραμμα είτε όχι. Η «job match quality» (ποιότητα αντιστοίχισης κατάρτισης–εργασίας) δεν βελτιώνεται σημαντικά.

Για τους εργαζόμενους, η εικόνα είναι ακόμη πιο προβληματική:

  • Τα προγράμματα κατάρτισης εργαζομένων δεν είχαν κριτήριο επικείμενης απόλυσης ή τεκμηριωμένου κινδύνου θέσης – αρκούσε να είναι μισθωτοί ιδιωτικού τομέα σε οποιαδήποτε απασχόληση.

  • Η «διατήρηση θέσης» ελέγχεται τυπικά για λίγους μήνες μετά την κατάρτιση (π.χ. 3 μήνες), σύμφωνα με τα ΦΕΚ και τα FAQ των δράσεων.

Αυτό σημαίνει ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος αυτής της λεγόμενης “επιτυχίας 92–93%” δεν είναι πραγματικό αποτέλεσμα, αλλά μια δαπάνη χωρίς πρόσθετο όφελος: εργαζόμενοι που θα συνέχιζαν έτσι κι αλλιώς τη δουλειά τους, απλώς εισέπραξαν μια επιδότηση κατάρτισης χωρίς καμία ουσιαστική προστασία από κάποια επικείμενη απόλυση.


ΣΤ. Πώς ακριβώς διεξήχθει η «έρευνα αποτελεσματικότητας» από τη Δ.ΥΠ.Α;

Η Δ.ΥΠ.Α, όταν παρουσιάζει τους αριθμούς αυτούς, βασίζεται σε μια πολύ περιορισμένη μεθοδολογία: διασταύρωση διοικητικών δεδομένων με το ΕΡΓΑΝΗ για να ελεγχθεί αν ο ωφελούμενος εμφανίζεται ως εργαζόμενος εντός κάποιου διαστήματος μετά το τέλος της κατάρτισης. Δεν υπάρχει:

  • ομάδα ελέγχου (control group) για να δούμε τι θα συνέβαινε χωρίς την κατάρτιση,

  • μέτρηση της συνάφειας της νέας εργασίας με το αντικείμενο της κατάρτισης,

  • επαρκής παρακολούθηση της διάρκειας της απασχόλησης,

  • διάκριση περιπτώσεων όπου η απασχόληση θα συνεχιζόταν έτσι κι αλλιώς (deadweight).

Αντίθετα, ο ΟΟΣΑ εφαρμόζει αυστηρή αξιολόγηση επίδρασης: χρησιμοποιεί ομάδα σύγκρισης, προηγμένες στατιστικές τεχνικές (matching, παλινδρόμηση) και παρακολουθεί την πορεία των ωφελουμένων για διάστημα 24–36 μηνών, πριν καταλήξει σε συμπεράσματα για την αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων. Η ίδια η τεχνική έκθεση του ΟΟΣΑ για την Ελλάδα περιγράφει με λεπτομέρειες το πόσο δύσκολο ήταν να αποκτήσει αξιόπιστα δεδομένα από τη Δ.ΥΠ.Α και τους συναρμόδιους φορείς:

  • Στην πρώτη παρτίδα δεδομένων που έστειλε η ΔΥΠΑ στον ΟΟΣΑ τον Ιούλιο του 2022, μόνο περίπου το 20% των καταρτιζομένων “ταίριαζαν” με εγγραφές στο ΕΡΓΑΝΗ – ένα ποσοστό τόσο εξωπραγματικά χαμηλό, που οι ίδιοι οι αξιολογητές το απέδωσαν ευγενικά σε «παρεξήγηση ως προς τα ζητούμενα δεδομένα»  (misunderstanding regarding the data required).

  • Ακολούθησαν τέσσερις γύροι ανταλλαγής δεδομένων (2022–2023) μεταξύ ΔΥΠΑ, ΕΡΓΑΝΗ και τρίτων φορέων (ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ), με τον ΟΟΣΑ να επισημαίνει ότι τα διοικητικά δεδομένα δεν είχαν αρχικά σχεδιαστεί για ερευνητική χρήση και δεν ήταν σε μορφή κατάλληλη για σοβαρές αξιολογήσεις αντικτύπου.

  • Για προγράμματα επιδότησης μισθών μετά το 2020, μέχρι και 83% των ωφελουμένων δεν μπορούσε να ιχνηλατηθεί στο ΕΡΓΑΝΗ, με αποτέλεσμα τεράστιο κενό ως προς την πραγματική εξέλιξη της απασχόλησής τους.

Όταν, λοιπόν, η Δ.ΥΠ.Α εμφανίζει μια «γρήγορη» αποτίμηση αποτελεσματικότητας, βασισμένη στην απλή συνύπαρξη «συμμετείχα σε πρόγραμμα» και «κάποια στιγμή εμφανίζομαι στο ΕΡΓΑΝΗ», αυτό δεν συνιστά αξιόπιστη έρευνα αποτελεσματικότητας, αλλά απλή καταμέτρηση εκροών (outputs) χωρίς σοβαρή ανάλυση αντικτύπου (impact).


Ζ. Εργασιακοί σύμβουλοι, Ψηφιακό ΑΣΔ και επίδομα 300 ευρώ

Παράλληλα με τα παραπάνω:

  • Η Δ.ΥΠ.Α προσέλαβε εργασιακούς συμβούλους τριετίας μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, οι συμβάσεις των οποίων λήγουν το επόμενο τρίμηνο. Τον Ιανουάριο 2026, σε επίκαιρη ερώτηση στη Βουλή, ο Υφυπουργός Εργασίας απάντησε αόριστα ότι «θα δούμε πώς μπορούμε να αξιοποιήσουμε οποιονδήποτε πόρο», αφήνοντας 915 συναδέλφους σε αβεβαιότητα και τη Δ.ΥΠ.Α χωρίς τη συμβουλευτική ικανότητα που η ίδια η Κομισιόν θεωρεί κρίσιμη.

  • Χορηγήθηκε εφάπαξ επίδομα 300 ευρώ σε μακροχρόνια ανέργους που συμπλήρωσαν Ψηφιακό Ατομικό Σχέδιο Δράσης (ΑΣΔ), με συνολικά 100.186 δικαιούχους. Δεν έχει δημοσιευτεί, όμως, καμία ολοκληρωμένη έκθεση που να δείχνει: πόσοι από αυτούς βρήκαν εργασία, πόσοι μπήκαν σε προγράμματα, πόσοι παρέμειναν άνεργοι.

Η σύσταση ΟΟΣΑ–Κομισιόν ήταν σαφής: μόνιμη ενίσχυση συμβουλευτικής ικανότητας, σύγχρονο profiling, στοχευμένα προγράμματα και αξιολόγηση αποτελεσμάτων. Η απάντηση της κυβέρνησης ήταν: συμβασιούχοι τριετίας, εφάπαξ μπόνους 300 ευρώ για ένα ψηφιακό έντυπο και νέα, επιπλέον προγράμματα με την ίδια φιλοσοφία.

Η. Ποιοι καταρτίστηκαν – και σε τι; Η απουσία συνάφειας και η «τεχνητή» επιτυχία

Οι ίδιες οι προσκλήσεις της Δ.ΥΠ.Α για τα προγράμματα κατάρτισης σε ψηφιακές, πράσινες δεξιότητες και οικονομικό εγγραμματισμό προβλέπουν ότι η επιλογή των ανέργων γίνεται με απλή σειρά προτεραιότητας υποβολής αίτησης, εφόσον είναι εγγεγραμμένοι άνεργοι και πληρούν βασικά ηλικιακά κριτήρια, χωρίς καμία μοριοδότηση ή φίλτρο συνάφειας σπουδών, επαγγέλματος ή επαγγελματικής πορείας με το αντικείμενο της κατάρτισης. Αντίστοιχα, για τους εργαζόμενους, βασικό κριτήριο είναι να είναι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα, χωρίς να εξετάζεται αν η κατάρτιση σχετίζεται με το επάγγελμά τους ή με πραγματικό κίνδυνο απώλειας θέσης.

Την ίδια στιγμή, τα πραγματικά προγράμματα που προσφέρονται καλύπτουν εξειδικευμένα αντικείμενα όπως «Εργατικά, ασφαλιστικά και σύγχρονες λογιστικές εφαρμογές στην ελληνική αγορά εργασίας» – με ενότητες για ατομικές και συλλογικές συμβάσεις, αμοιβές, άδειες, επιδόματα, λύση σύμβασης, ΕΡΓΑΝΗ, ΣΕΠΕ, ασφαλιστικές εισφορές, λογιστικές και φορολογικές εφαρμογές. Τυπικά επίσης εντάσσονται γενικά προγράμματα «ψηφιακών δεξιοτήτων» και «οικονομικού εγγραμματισμού», από βασική χρήση υπολογιστή και Office έως απλές χρηματοοικονομικές έννοιες, τα οποία η Δ.ΥΠ.Α προβάλλει ως κατάρτιση «σε όλους τους κλάδους της οικονομίας».

Σε αυτό το πλαίσιο, απόλυτα ρεαλιστικές (και πλήρως επιτρεπτές από τους όρους) είναι περιπτώσεις όπως:

  • Υπάλληλος καφετέριας (barista) σε take away καφέ, που εντάσσεται στο πρόγραμμα «Εργατικά, ασφαλιστικά και σύγχρονες λογιστικές εφαρμογές στην ελληνική αγορά εργασίας». Επιστρέφει μετά την κατάρτιση στο ίδιο πόστο, συνεχίζει να φτιάχνει καφέδες, δεν ασκεί ποτέ καθήκοντα μισθοδοσίας, HR ή λογιστηρίου, αλλά στα χαρτιά θεωρείται ότι «αναβάθμισε τις ψηφιακές και οικονομικές δεξιότητες» και, επειδή δεν απολύθηκε, προσμετράται στο 92–93% «διατήρησης θέσεων εργασίας μετά την κατάρτιση» που επικαλείται η Δ.ΥΠ.Α.

  • Κομμώτρια (hairdresser) σε μικρό κομμωτήριο, που παρακολουθεί αντίστοιχο πρόγραμμα εργατικών και λογιστικών εφαρμογών. Συνεχίζει να εργάζεται κανονικά στην ίδια καρέκλα, να κουρεύει και να βάφει μαλλιά, χωρίς καμία αλλαγή ρόλου ή κλάδου, αλλά αποτυπώνεται στα στατιστικά ως «καταρτισμένη σε ψηφιακές/οικονομικές δεξιότητες» και ως «επιτυχημένη περίπτωση διατήρησης απασχόλησης».

  • Μανικιουρίστα (nail technician) σε στούντιο ομορφιάς, που επιλέγει πρόγραμμα «ψηφιακές δεξιότητες και οικονομικός εγγραμματισμός», με έμφαση σε βασική χρήση Η/Υ, υπολογιστικών φύλλων και απλών οικονομικών εννοιών. Μετά την ολοκλήρωση επιστρέφει στο ίδιο στούντιο, με τα ίδια καθήκοντα και ωράρια, αλλά για τη Δ.ΥΠ.Α μετρά ως «ωφελούμενη που αναβάθμισε δεξιότητες και διατήρησε τη θέση εργασίας της χάρη στο πρόγραμμα».

  • Μάγειρας σε ταβέρνα, που συμμετέχει σε γενικό πρόγραμμα «ψηφιακών δεξιοτήτων» (ηλεκτρονικοί υπολογιστές, Office, internet, email). Η καθημερινή του δουλειά στην κουζίνα δεν αλλάζει, δεν μετακινείται σε θέση γραφείου ή back office, όμως στα συνοπτικά στοιχεία της Δ.ΥΠ.Α εμφανίζεται ως «αναβαθμισμένος σε ψηφιακές δεξιότητες εργαζόμενος στον κλάδο της εστίασης» και, εφόσον παραμένει στην ίδια επιχείρηση, ως άλλη μία επιτυχημένη περίπτωση διατήρησης απασχόλησης.

Οι παραπάνω περιπτώσεις δεν είναι θεωρητικές υπερβολές αλλά άμεσο λογικό αποτέλεσμα ενός συστήματος όπου:

  • δεν υπάρχει κανένα φίλτρο συνάφειας επαγγέλματος–προγράμματος,

  • η συμμετοχή καθορίζεται από τη σειρά αίτησης και το αν είσαι άνεργος ή μισθωτός,

  • και η «επιτυχία» μετριέται απλώς ως εμφάνιση του ΑΦΜ στο ΕΡΓΑΝΗ λίγους μήνες μετά – ανεξάρτητα από το αν η εργασία είναι σχετική με την κατάρτιση, αν είναι ποιοτική, αν προσφέρει προοπτική ή αν θα υπήρχε ούτως ή άλλως χωρίς το σεμινάριο.

Με άλλα λόγια, η Δ.ΥΠ.Α βαφτίζει ως «επιτυχία» χιλιάδες περιπτώσεις εργαζομένων και ανέργων που ούτε κινδύνευαν πραγματικά με απόλυση, ούτε συνδέθηκαν με επάγγελμα στο αντικείμενο της κατάρτισης, αλλά απλώς πέρασαν από ένα επιδοτούμενο πρόγραμμα για να εισπραχθεί ένα voucher και να στηθεί ένα εντυπωσιακό – πλην μεθοδολογικά κενό – success story «260.000 πολιτών που βρήκαν ή διατήρησαν εργασία».

Πρόσφατες εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο επιβεβαιώνουν με σαφήνεια τις διαπιστώσεις αυτές. Μετά από έλεγχο της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε από την Ελλάδα την επιστροφή ποσού 1,6 εκατομμυρίων ευρώ από προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης, λόγω σοβαρών αποκλίσεων μεταξύ δηλωθέντων και πραγματικών συμμετεχόντων και εκτεταμένης υποεκτέλεσης δράσεων. Τα προβλήματα αυτά δεν περιορίζονται σε έναν φορέα, αλλά αφορούν τον συνολικό σχεδιασμό και την υλοποίηση προγραμμάτων κατάρτισης στη χώρα, ανεξαρτήτως διοικητικής υπαγωγής.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διατύπωσε επιφυλάξεις και ως προς τη μεθοδολογία υλοποίησης των προγραμμάτων, επισημαίνοντας ότι η εκτεταμένη χρήση εξ αποστάσεως κατάρτισης σε ορισμένες δράσεις δεν ήταν κατάλληλη για τον πληθυσμό-στόχο και τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Το γεγονός ότι η δημοσιονομική διόρθωση επιβαρύνει τελικά το ελληνικό δημόσιο αναδεικνύει ένα κρίσιμο ζήτημα: όταν τα προγράμματα σχεδιάζονται και υλοποιούνται χωρίς επαρκείς μηχανισμούς ελέγχου και διασφάλισης ποιότητας, το κόστος των αστοχιών μεταφέρεται στους πολίτες. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί ένδειξη ευρύτερων διαρθρωτικών αδυναμιών του συστήματος κατάρτισης, οι οποίες καταγράφονται και στις εκθέσεις της Κομισιόν και του ΟΟΣΑ.

Επισημαίνουμε ότι η Δ.ΥΠ.Α. ενημέρωσε χθες ότι τα προγράμματα αυτά δεν τα έχει υλοποιήσει η Υπηρεσία αλλά τρίτοι φορείς.

Σε χαρακτηριστική πρόσκληση της Δ.ΥΠ.Α για 150 ώρες κατάρτισης (voucher 750€ για εργαζόμενους), οι 149 ώρες υλοποιούνται με ασύγχρονη εξ αποστάσεως εκπαίδευση και μόλις 1 ώρα με σύγχρονη παρουσία εκπαιδευτή, η οποία μάλιστα περιορίζεται σε εισαγωγική ενημέρωση. Η συγκεκριμένη διάρθρωση δεν προκύπτει από παιδαγωγικά κριτήρια, αλλά από επιλογή υλοποίησης προγραμμάτων μεγάλης κλίμακας με ελάχιστο κόστος και περιορισμένη εκπαιδευτική υποστήριξη. Για αντικείμενα όπως οι ψηφιακές, «πράσινες» και χρηματοοικονομικές δεξιότητες, που απαιτούν κατανόηση, καθοδήγηση και αλληλεπίδραση, η σχεδόν αποκλειστικά ασύγχρονη κατάρτιση δεν μπορεί να διασφαλίσει ουσιαστικά μαθησιακά αποτελέσματα. Αντίθετα, μετατρέπει την κατάρτιση σε ατομική διαδικασία μηχανικής παρακολούθησης πλατφόρμας, όπου ο εκπαιδευόμενος καλείται να ολοκληρώσει ενότητες και τεστ χωρίς πραγματική ανατροφοδότηση.

Το γεγονός ότι στο ίδιο χρηματοδοτικό πλαίσιο είχαν εφαρμοστεί στο παρελθόν προγράμματα με σημαντική παρουσία σύγχρονης και δια ζώσης εκπαίδευσης αποδεικνύει ότι η σημερινή επιλογή δεν είναι αναγκαστική, αλλά συνειδητή μετατόπιση προς ένα μοντέλο χαμηλότερης ποιότητας. Στο ευρύτερο ευρωπαϊκό περιβάλλον, η συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση βασίζεται σε μικτά σχήματα μάθησης, όπου η ασύγχρονη εκπαίδευση λειτουργεί συμπληρωματικά και όχι ως υποκατάστατο της ζωντανής διδασκαλίας. Συνεπώς, η ακραία αναλογία 149 προς 1 δεν μπορεί να θεωρηθεί κανονική εκπαιδευτική πρακτική, αλλά ένδειξη ενός συστήματος που δίνει προτεραιότητα στην καταγραφή ωρών και ωφελουμένων και όχι στην πραγματική ποιότητα της μάθησης.

Με βάση όλα τα παραπάνω, ο Πανελλήνιος Σύλλογος Υπαλλήλων ΟΑΕΔ–τ.ΟΕΕ–τ.ΟΕΚ καλεί την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εργασίας και της Δ.ΥΠ.Α:

  1. Πλήρης δημοσιοποίηση στοιχείων και πραγματική αξιολόγηση.
    Να δημοσιοποιηθούν άμεσα, με διαφάνεια, 
    αναλυτικά στοιχεία για όλα τα μεγάλα προγράμματα κατάρτισης (συμπεριλαμβανομένου του προγράμματος των 168 εκατ. ευρώ και των 100.186 δικαιούχων του Ψηφιακού ΑΣΔ): πόσοι βρήκαν δουλειά, σε τι είδους επάγγελμα και εάν σχετίζεται με την κατάρτιση που έλαβαν, με τι διάρκεια, πόσοι παρέμειναν άνεργοι, ποια η σχέση κόστους–οφέλους ανά πρόγραμμα.​​

  2. Υποχρεωτική, ανεξάρτητη αξιολόγηση (ex ante και ex post).
    Κάθε νέο πρόγραμμα να σχεδιάζεται με σαφείς δείκτες αποτελέσματος (ποιοτική απασχόληση, αναβάθμιση δεξιοτήτων, κάλυψη αναγκών αγοράς) και να αξιολογείται από 
    ανεξάρτητους φορείς, με χρήση μεθόδων αντίστοιχων του ΟΟΣΑ – όχι με απλή καταμέτρηση στο ΕΡΓΑΝΗ.

  3. Μονιμοποίηση και ενίσχυση της συμβουλευτικής ικανότητας της ΔΥΠΑ.
    Οι 915 εργασιακοί σύμβουλοι να ενταχθούν σε 
    μόνιμες οργανικές θέσεις, ώστε να σταματήσει ο φαύλος κύκλος «προσλαμβάνουμε–λήγουν–ξαναπροσλαμβάνουμε» και να μπορεί η ΔΥΠΑ να εφαρμόσει ουσιαστικό profiling και εξατομικευμένη υποστήριξη ανέργων.​​

  4. Τερματισμός του κατακερματισμού, προτεραιότητα στους πιο ευάλωτους.
    Σταδιακή κατάργηση των δεκάδων μικρών, αποσπασματικών δράσεων και δημιουργία λίγων, 
    ενοποιημένων, στοχευμένων προγραμμάτων που θα απευθύνονται κατά προτεραιότητα σε μακροχρόνια ανέργους, χαμηλής ειδίκευσης, γυναίκες, νέους που μένουν εκτός αγοράς εργασίας.

  5. Πραγματική ποιότητα κατάρτισης, όχι ένα απλό «κανάλι κονδυλίων».
    Θέσπιση αυστηρών προδιαγραφών και τακτικών ελέγχων ποιότητας παρόχων κατάρτισης, με δυνατότητα αποκλεισμού όσων δεν τηρούν τ
    ις ελάχιστες προϋποθέσεις (standards). Η κατάρτιση δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ως «μεγάλο κανάλι απορρόφησης πόρων» αλλά ως εργαλείο ουσιαστικής αναβάθμισης δεξιοτήτων και σε αυτό οι ίδιες οι επιχειρήσεις θα έπρεπε να παίζουν ουσιαστικό ρόλο επιβεβαιώνοντας τις ανάγκες κατάρτισης των εργαζομένων τους.

  6. Ευθυγράμμιση εθνικών στόχων με τους στόχους της Ψηφιακής Δεκαετίας.
    Η Ελλάδα οφείλει να αναθεωρήσει τους στόχους χαμηλής φιλοδοξίας και να υιοθετήσει δεσμευτικούς στόχους για ειδικούς ΤΠΕ, υιοθέτηση cloud, data analytics και τεχνητής νοημοσύνης, όπως ζητά η Κομισιόν.

Ως εργαζόμενοι στη Δ.ΥΠ.Α βλέπουμε καθημερινά την απόσταση ανάμεσα στα επικοινωνιακά «θαύματα» και στην πραγματικότητα των ανέργων και των εργαζομένων. Δεν αποδεχόμαστε μια Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης που αντιμετωπίζει την κατάρτιση πρωτίστως ως μηχανισμό απορρόφησης κοινοτικών κονδυλίων και δευτερευόντως – ή καθόλου – ως εργαλείο ουσιαστικής αναβάθμισης δεξιοτήτων, με πραγματικές, μετρήσιμες βελτιώσεις στις ζωές των ανθρώπων.

Την ώρα που η ίδια η Δ.ΥΠ.Α διαφημίζει «πάνω από 260.000 πολίτες» και «πάνω από 500 εκατομμύρια ευρώ» σε προγράμματα κατάρτισης, ο ΟΟΣΑ και η Κομισιόν καταγράφουν επίσημα χαμηλή χρηματοδότηση ουσιαστικών ενεργητικών πολιτικών, κακή στόχευση, προγράμματα που δεν φτάνουν σε όσους τα χρειάζονται περισσότερο, ελλείψεις στα δεδομένα και ανυπαρξία σοβαρής αξιολόγησης. Με άλλα λόγια, περισσεύει η απορρόφηση, λείπει η λογοδοσία.

Τελικά, αντί να χτίζουμε μια σοβαρή πολιτική δια βίου μάθησης και αναβάθμισης δεξιοτήτων, καταλήξαμε να μοιράζουμε επιδοματικού τύπου κουπόνια κατάρτισης και μπόνους 300 ευρώ για τη συμπλήρωση ενός ψηφιακού εντύπου, χωρίς εγγύηση ουσιαστικού αποτελέσματος. Αντί να επενδύουμε σε στοχευμένα προγράμματα που να οδηγούν τους ανέργους και τους εργαζόμενους σε καλύτερες, ποιοτικότερες θέσεις εργασίας, τους καλούμε να παρακολουθήσουν σεμινάρια αμφίβολης συνάφειας και στο τέλος τους λογίζουμε ως «επιτυχία» επειδή εισέπραξαν ένα επίδομα ή δεν απολύθηκαν μέσα σε λίγους μήνες.

Ως εργαζόμενοι στη Δ.ΥΠ.Α δεν αποδεχόμαστε μια πολιτική απασχόλησης που συγχέει την επιδότηση με την κατάρτιση και την απλή απορρόφηση κονδυλίων με την πραγματική βελτίωση των εργασιακών συνθηκών και της ουσιαστικής επαγγελματικής αναβάθμισης. Διεκδικούμε προγράμματα που να δίνουν στους ανέργους και στους εργαζόμενους όχι απλώς ένα προσωρινό βοήθημα, αλλά χειροπιαστά επαγγελματικά εφόδια και προοπτική αξιοπρεπούς εργασίας.

Διεκδικούμε μια Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης που λογοδοτεί με στοιχεία, που σχεδιάζει προγράμματα με βάση τις πραγματικές ανάγκες των ανέργων και της αγοράς, που επιλέγει τους ωφελούμενους με διαφάνεια και κριτήρια συνάφειας, που ελέγχει αυστηρά την ποιότητα παρόχων και που μπορεί να αποδείξει – ανά πάσα στιγμή – ότι κάθε ευρώ δημόσιου και ευρωπαϊκού χρήματος πιάνει τόπο και δεν εξαντλείται σε στατιστικά φυλλάδια επιτυχίας. Για μια Δ.ΥΠ.Α που δεν θα μετριέται με το πόσα κονδύλια «απορρόφησε» ή με το πόσους πέρασε από σεμινάρια αλλά με το πόσες ζωές άλλαξε πραγματικά.