Δ.ΥΠ.Α–ΕΛΣΤΑΤ: δύο μετρήσεις ανεργίας, μία κοινωνική καταστροφή
Κρύβουν την πραγματική ανεργία, δεν μπορούν να κρύψουν την ακρίβεια και τους μισθούς πείνας
Η κυβέρνηση μιλά για «μονοψήφια ανεργία» και «ανάπτυξη για όλους», αλλά τα δικά της πραγματικά νούμερα, ο σωρευτικός πληθωρισμός, οι μισθοί πείνας και η εργασιακή ζούγκλα δείχνουν μια άλλη, σκληρή πραγματικότητα για εργαζόμενους και ανέργους. Δεν έχουμε να κάνουμε με «στατιστικές αποκλίσεις», αλλά με μια συνειδητή πολιτική συγκάλυψης της πραγματικής ανεργίας, της έκρηξης ακρίβειας και της διάλυσης της προστασίας στην εργασία.
Η πραγματική ανεργία: δύο Ελλάδες σε επίσημες μετρήσεις
Η ΕΛΣΤΑΤ εμφανίζει την ανεργία γύρω στο 9–9,8% το 2024, με περίπου 430–450 χιλιάδες ανέργους, ενώ τα επίσημα στατιστικά της Δ.ΥΠ.Α δείχνουν 977.687 εγγεγραμμένους ανέργους τον Δεκέμβριο 2024 και 915.889 τον Δεκέμβριο 2025, εκ των οποίων σχεδόν οι μισοί είναι μακροχρόνια άνεργοι (πάνω από 12 μήνες). Μόνο για τον Νοέμβριο 2025 η ΕΛΣΤΑΤ ανακοίνωσε περίπου 395 χιλιάδες ανέργους (8,2%), ενώ η Δ.ΥΠ.Α 894.065 εγγεγραμμένους – μισό εκατομμύριο ανθρώπους διαφορά και χάσμα πάνω από 10 ποσοστιαίες μονάδες στο πραγματικό ποσοστό ανεργίας.
Αν πάρουμε ως βάση το εργατικό δυναμικό της ΕΛΣΤΑΤ, η ανεργία με βάση τα στοιχεία της Δ.ΥΠ.Α τον Νοέμβριο–Δεκέμβριο 2025 φτάνει γύρω στο 20–23%, δηλαδή περισσότερο από τα διπλάσια του «μονοψήφιου» ποσοστού που διαφημίζει η κυβέρνηση. Αυτό το «αλαλούμ» δεν είναι τεχνικό λάθος, αλλά πολιτικό εργαλείο: οι «στενοί» ορισμοί αφαιρούν από την ανεργία τους αποθαρρυμένους, όσους δουλεύουν έστω και μία ώρα την εβδομάδα, τους εγκλωβισμένους στη μερική απασχόληση, τους ανθρώπους που ξεμένουν από δικαιώματα και καταλήγουν «εκτός εργατικού δυναμικού».
Η αλλαγή μέτρησης το 2021 και το χάσμα ΕΛΣΤΑΤ–Δ.ΥΠ.Α
Από την 1.1.2021, η ΕΛΣΤΑΤ άλλαξε τη μεθοδολογία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού εφαρμόζοντας τον νέο Κανονισμό 2019/1700 της ΕΕ: νέο ερωτηματολόγιο, αλλαγές στον τρόπο συλλογής στοιχείων και – κρίσιμα – στον τρόπο προσδιορισμού του ποιος θεωρείται άνεργος, ποιος «εκτός εργατικού δυναμικού» και ποιος υποαπασχολούμενος. Η ίδια η ΕΛΣΤΑΤ παραδέχεται ότι τα στοιχεία μετά το 2021 δεν είναι απόλυτα συγκρίσιμα με εκείνα της προηγούμενης περιόδου, γεγονός που δημιουργεί τεχνητή «βελτίωση» στους δείκτες ανεργίας όταν τους βλέπουμε σε μακροχρόνιο γράφημα. Από το 2021 και μετά, η επίσημη ανεργία της ΕΛΣΤΑΤ αρχίζει να αποκλίνει όλο και περισσότερο από την εγγεγραμμένη ανεργία της Δ.ΥΠ.Α: για τα ίδια χρόνια έχουμε μία Ελλάδα με 9–10% ανεργία στα χαρτιά και μία Ελλάδα με σχεδόν 20% ανεργία αν χρησιμοποιηθούν τα μητρώα της ΔΥΠΑ.
Τι λέει ο ΟΟΣΑ – και τι δεν μπορεί να κρύψει η Δ.ΥΠ.Α
Η μελέτη του ΟΟΣΑ «Impact Evaluation of Training and Wage Subsidies for the Unemployed in Greece» (2024) είναι σαφής:
-
Τα προγράμματα κατάρτισης της ΔΥΠΑ αυξάνουν την πιθανότητα απασχόλησης των συμμετεχόντων κατά περίπου 7 ποσοστιαίες μονάδες στον 1ο χρόνο και 9 μονάδες στον 2ο, σε σχέση με παρόμοιους ανέργους που δεν μπήκαν στα προγράμματα.
-
Τα προγράμματα επιδότησης μισθού είναι ακόμη πιο ισχυρά: σε πολλές περιπτώσεις οι συμμετέχοντες είναι σχεδόν διπλάσια πιθανό να εργάζονται 3 χρόνια μετά, ιδιαίτερα αν ήταν μακροχρόνια άνεργοι.
-
Οι δηλωμένες απολαβές τους είναι υψηλότερες και το θετικό αποτέλεσμα δεν εξαφανίζεται με το τέλος της επιδότησης.
Δηλαδή: για όσους καταφέρνουν να περάσουν την πόρτα της Δ.ΥΠ.Α, πολλά προγράμματα λειτουργούν.
Αλλά ο ίδιος ο ΟΟΣΑ προσθέτει τρεις σημαντικούς αστερίσκους:
-
Η κάλυψη είναι χαμηλή: τα προγράμματα αγγίζουν μικρό ποσοστό του συνόλου των ανέργων.
-
Τα διοικητικά δεδομένα είναι ελλιπή και χρειάζονται σοβαρή αναβάθμιση και μόνιμη σύνδεση μητρώων για να γίνουν εργαλείο πολιτικής.
-
Η αξιολόγηση αφορά συγκεκριμένα προγράμματα, όχι το σύνολο της δράσης Δ.ΥΠ.Α, και δεν τεκμηριώνει τον πολιτικό ισχυρισμό «η Δ.ΥΠ.Α μείωσε την ανεργία».
Παρόλα αυτά, στην Ελλάδα η φράση «ο ΟΟΣΑ βρήκε ότι τα προγράμματά μας έχουν σημαντικό αντίκτυπο» χρησιμοποιείται σαν γενικό πιστοποιητικό επιτυχίας – χωρίς αναφορά σε κάλυψη, διάρκεια αποτελεσμάτων ή στο γεγονός ότι για να μετρηθεί αυτός ο αντίκτυπος χρειάστηκε να στηθεί ειδικά μια διαλειτουργικότητα που δεν υπάρχει στη καθημερινή λειτουργία της Δ.ΥΠ.Α.
Ο ΟΟΣΑ, στις αξιολογήσεις του για τις πολιτικές κατάρτισης και επιδότησης μισθού των ανέργων, καταγράφει ότι ο οργανισμός λειτουργεί περισσότερο ως διαχειριστής επιδομάτων και λιγότερο ως σύγχρονη δημόσια υπηρεσία απασχόλησης. Επισημαίνει ότι:
-
οι δαπάνες για ενεργητικές πολιτικές είναι χαμηλές σε σύγκριση με άλλες χώρες,
-
ελάχιστο ποσοστό ανέργων φτάνει σε ποιοτική κατάρτιση ή επιδοτούμενη απασχόληση,
-
οι εργασιακοί σύμβουλοι έχουν πολύ υψηλό αριθμό περιπτώσεων (high caseloads) και δεν μπορούν να παρέχουν εξατομικευμένη στήριξη.
Ταυτόχρονα, ο ΟΟΣΑ σημειώνει ότι τα συστήματα παρακολούθησης και αξιολόγησης είναι αδύναμα: τα διοικητικά δεδομένα δεν διασυνδέονταν επαρκώς, δεν γίνονταν τακτικές μελέτες επίδρασης (impact evaluations) και επομένως η πολιτική σχεδιαζόταν χωρίς σαφή εικόνα του τι δουλεύει, για ποιον και με ποια ποιότητα απασχόλησης.
Με άλλα λόγια, ο ίδιος ο διεθνής οργανισμός επιβεβαιώνει τη δική μας κριτική: ένας οργανισμός με τεράστιο ρόλο στην αγορά εργασίας έχει εγκλωβιστεί σε διαχείριση επιδομάτων και αριθμών, με ανεπαρκή εξατομικευμένη στήριξη και χωρίς σοβαρή αξιολόγηση αποτελεσμάτων.
Ανεργία χωρίς προστασία, εργασία χωρίς αξιοπρέπεια
Μέσα σε αυτή τη δεξαμενή σχεδόν 1 εκατομμυρίου ανέργων, επίδομα λαμβάνει μόνο μια μειοψηφία. Οι 3 στους 4 ανέργους είναι χωρίς επίδομα, ζουν με δανεικά, οικογενειακή στήριξη και χρέη, την ώρα που αξιοποιούνται στατιστικά από τη Δ.ΥΠ.Α και την κυβέρνηση ως «ωφελούμενοι» ή «ενεργοποιημένοι».
Την ίδια στιγμή, η «μείωση της ανεργίας» χτίζεται πάνω σε στρατιές εργαζομένων με μισή δουλειά και μισό μισθό. Η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει σταθερά υψηλό ποσοστό μερικής απασχόλησης, με περίπου 240–270 χιλιάδες εργαζόμενους σε part‑time το 2024, και σημαντικό τμήμα αυτών χαρακτηρίζεται «υποαπασχολούμενοι μερικής απασχόλησης», δηλαδή άνθρωποι που δηλώνουν ότι θα ήθελαν περισσότερες ώρες για να δουλεύουν αλλά δεν τις βρίσκουν.
Η υποαπασχόληση αυτή αντιστοιχεί περίπου στο 2% του διευρυμένου εργατικού δυναμικού. Πρόκειται για ένα «κρυφό» απόθεμα ανεργίας, που δεν αποτυπώνεται στο μονοψήφιο επίσημο ποσοστό, αλλά γίνεται ορατό στην καθημερινή αδυναμία χιλιάδων οικογενειών να εξασφαλίσουν αξιοπρεπή διαβίωση από την εργασία τους.
Σωρευτικός πληθωρισμός 2019–2025: η λεηλασία του μισθού
Την περίοδο 2019–2025, η Ελλάδα ζει μια εξαετία συνεχούς ακρίβειας. Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Ανάπτυξης, ο σωρευτικός πληθωρισμός Ιούλιος 2019 – Ιούλιος 2025 φτάνει το 21,57%, ενώ οι αυξήσεις σε βασικά τρόφιμα κυμαίνονται από 10,4% έως 62,3%, με το συνολικό καλάθι να έχει γίνει περίπου 34% ακριβότερο. Ο ίδιος ο υφυπουργός Οικονομίας αναγνωρίζει ότι ο σωρευτικός πληθωρισμός στα τρόφιμα είναι γύρω στο 35%, πολύ πάνω από τον γενικό δείκτη, κάτι που εξανεμίζει τη δύναμη κάθε ονομαστικής αύξησης μισθού.
Παράλληλα, η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει σταθερές αυξήσεις στην ομάδα «Στέγαση» (ενοίκια, ενέργεια, συντήρηση κατοικίας), επιβαρύνοντας υπέρμετρα τους νέους, ενοικιαστές και χαμηλόμισθους. Τα στοιχεία της ΓΣΕΕ και του ΙΝΕ δείχνουν ότι η αγοραστική δύναμη των μισθών στην Ελλάδα την περίοδο 2019–2024 μειώθηκε, ενώ σε πολλές χώρες της ΕΕ αυξήθηκε, και ότι ο μέσος πραγματικός μισθός έχει υποχωρήσει δραματικά σε σχέση με το 2009.
Αυτή είναι η αλήθεια πίσω από τη βιτρίνα της «μείωσης της ανεργίας»: μισθοί που δεν φτάνουν, τρόφιμα και στέγη που έγιναν απλησίαστα, και χιλιάδες εργαζόμενοι σε καθεστώς μονιμοποιημένης ανασφάλειας.
Εργασιακή ζούγκλα και υποστελεχωμένη Επιθεώρηση Εργασίας
Σε αυτό το περιβάλλον, η παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας δεν είναι εξαίρεση αλλά αποτελεί καθημερινή πρακτική: απλήρωτες υπερωρίες, σπαστά και «μαύρα» ωράρια, ψευδο‑αυτοαπασχόληση, καταχρηστικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου και part‑time, ανυπαρξία συλλογικών συμβάσεων. Τα προβλεπόμενα πρόστιμα (κλιμακωτά ανάλογα με το μέγεθος και τη σοβαρότητα) δεν λειτουργούν αποτρεπτικά όταν ο εργοδότης γνωρίζει ότι ο έλεγχος είναι σπάνιος και το κέρδος από την παραβίαση πολλαπλάσιο.
Η Επιθεώρηση Εργασίας (πρώην ΣΕΠΕ), ως «ανεξάρτητη αρχή», λειτουργεί με σοβαρή υποστελέχωση, ελλιπείς πόρους και ανεπαρκή παρουσία σε κλάδους υψηλής παραβατικότητας (εμπόριο, τουρισμός, εστίαση, πλατφόρμες, logistics). Το αποτέλεσμα είναι ένα de facto καθεστώς ασυλίας για την εργοδοτική αυθαιρεσία, την ώρα που η κυβέρνηση περνά νόμους που διευκολύνουν τις «ευέλικτες» μορφές εργασίας και δυσκολεύουν τη συλλογική δράση και την απεργία.
Ταμείο Ανάκαμψης: δισεκατομμύρια για προγράμματα, σχεδόν 1 εκατ. άνεργοι
Την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση πανηγυρίζει για «επιτυχία» του Ταμείου Ανάκαμψης, με δισεκατομμύρια να κατευθύνονται – στα χαρτιά – σε ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης, η πραγματικότητα της Δ.ΥΠ.Α παραμένει αμείλικτη: στο τέλος του 2025, οι εγγεγραμμένοι άνεργοι φτάνουν τους 915.889, σχεδόν 1 εκατομμύριο άνθρωποι, από τους οποίους το 45,6% είναι μακροχρόνια άνεργοι και πάνω από 60% είναι γυναίκες. Μόνο για προγράμματα απασχόλησης που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης, το Υπουργείο Εργασίας υλοποιεί προγράμματα με εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ (534 εκατ. για ενεργητικές πολιτικές, περίπου 1 δισ. για κατάρτιση, συν επιπλέον πόρους από ΕΣΠΑ και ΤΑΑ), όμως το αποτέλεσμα είναι μια Δ.ΥΠ.Α με σχεδόν αμετάβλητη δεξαμενή ανέργων και με 3 στους 4 εγγεγραμμένους εκτός επιδόματος.
Η ίδια η δημόσια συζήτηση αναγνωρίζει «αποτυχία απορρόφησης» και «έλλειμμα λογοδοσίας» στη χρήση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης για την αγορά εργασίας, καθώς τα μεγάλα ποσά δεν μεταφράζονται σε σταθερές, αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας αλλά σε βραχύβια προγράμματα, κουπόνια κατάρτισης και στατιστικά τρικ.
Αυτό το χάσμα ανάμεσα στις εξαγγελίες και την πραγματικότητα είναι πολιτικό σκάνδαλο: από τη μια, ο ΟΟΣΑ και οι ίδιοι οι κυβερνητικοί φορείς μιλούν για «χρυσή ευκαιρία» του Ταμείου Ανάκαμψης να μειωθεί ουσιαστικά η ανεργία και να ενισχυθεί η απασχόληση, από την άλλη, τα επίσημα στοιχεία της Δ.ΥΠ.Α δείχνουν ότι το 2025 η χώρα παραμένει με μια δεξαμενή σχεδόν 1 εκατομμυρίου ανέργων, σχεδόν μισό εκατομμύριο μακροχρόνια άνεργους, και μόλις ένας στους τέσσερις να επιδοτείται με το πενιχρό επίδομα. Όσο τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης κατευθύνονται σε αποσπασματικές δράσεις, σε προγράμματα‑«φωτοβολίδες» και σε μηχανισμούς που βελτιώνουν λογιστικά τους δείκτες χωρίς να αλλάζουν τη ζωή των ανέργων, το συνδικαλιστικό κίνημα θα καταγγέλλει ότι δεν έχουμε «ανάκαμψη» αλλά ανακύκλωση της ανεργίας με ευρωπαϊκό χρήμα.
Τι απαιτούμε ως ένα ενιαίο πλαίσιο διεκδικήσεων
Ως συνδικαλιστικό κίνημα, απέναντι σε αυτή τη συνολική επίθεση, δεν θα αρκεστούμε σε καταγγελίες. Διατυπώνουμε ένα συγκεκριμένο, μαχητικό πλαίσιο διεκδικήσεων:
-
Αλήθεια στους αριθμούς της ανεργίας
-
Να σταματήσει το στατιστικό μακιγιάζ με την αλλαγή μεθοδολογίας του 2021: πλήρης διαφάνεια στα κριτήρια της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού και αναλυτική παρουσίαση του πώς μετακινήθηκαν άνθρωποι από την ανεργία σε κατηγορίες «εκτός εργατικού δυναμικού» ή υποαπασχόλησης.
-
Ενοποίηση και συντονισμός δεικτών ΕΛΣΤΑΤ–ΔΥΠΑ, με παράλληλη δημοσίευση ενός δείκτη «πραγματικής ανεργίας» που θα περιλαμβάνει εγγεγραμμένους ανέργους, μακροχρόνια ανέργους, υποαπασχολούμενους μερικής απασχόλησης και αποθαρρυμένους.
-
Διόρθωση στρεβλώσεων στη Δ.ΥΠ.Α – αξιοποίηση των παρατηρήσεων του ΟΟΣΑ υπέρ των ανέργων
-
Βελτίωση της ποιότητας των μητρώων της ΔΥΠΑ με βάση τις παρατηρήσεις του ΟΟΣΑ, όχι για να «σβηστούν» λογιστικά άνεργοι, αλλά για να διασφαλιστεί ότι κάθε εγγεγραμμένος λαμβάνει πραγματικές υπηρεσίες στήριξης, κατάρτισης και διασύνδεσης με την εργασία.
-
Τερματισμός των τιμωρητικών ρυθμίσεων (διαγραφές μετά από «αρνήσεις», στενά κριτήρια «ενεργού αναζήτησης») που μετατρέπουν τον άνεργο σε ύποπτο και εργαλείο στατιστικής εξυγίανσης.
-
Πραγματική προστασία ανέργων
-
Δραστική διεύρυνση της κάλυψης επιδόματος ανεργίας, ώστε τουλάχιστον 50–60% των εγγεγραμμένων να λαμβάνουν επίδομα, έναντι του 25–27% σήμερα.
-
Αύξηση διάρκειας και ύψους του επιδόματος, σύνδεσή του με το 60–70% του προηγούμενου μισθού με ελάχιστο κατώφλι πλήρους επιδότησης, ειδική προστασία για μακροχρόνια ανέργους, νέους, μονογονεϊκές οικογένειες.
-
Μισθοί πάνω από τον σωρευτικό πληθωρισμό – ανάκτηση απωλειών 2019–2025
-
Αυξήσεις σε κατώτατους και κλαδικούς μισθούς που να καλύπτουν και να υπερβαίνουν τον σωρευτικό πληθωρισμό της εξαετίας (21,57% γενικά, περίπου 35% στα τρόφιμα), με ρήτρα τιμαριθμικής αναπροσαρμογής.
-
Ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων και της επεκτασιμότητας, κατάργηση ρυθμίσεων που υπονομεύουν τη διαπραγματευτική δύναμη των συνδικάτων.
-
Μέτρα ενάντια στην ακρίβεια σε τρόφιμα και στέγη
-
Μείωση ΦΠΑ σε βασικά τρόφιμα, αυστηροί έλεγχοι αισχροκέρδειας σε αλυσίδες σούπερ μάρκετ, διαφάνεια στα περιθώρια κέρδους και ουσιαστικές παρεμβάσεις στις αλυσίδες εφοδιασμού.
-
Πολιτική στέγασης με Ίδρυση Κρατικού Φορέα Στέγασης με ρύθμιση ενοικίων, προστασία από εξώσεις, κοινωνική κατοικία και επιδοτήσεις ενοικίου συνδεδεμένες με πραγματικά εισοδήματα και κόστη.
-
Περιορισμός της καταχρηστικής «ευελιξίας» – δικαιώματα για τους υποαπασχολούμενους
-
Περιορισμός της μερικής και εκ περιτροπής απασχόλησης, δικαίωμα προτεραιότητας μετατροπής των part‑time σε θέσεις πλήρους απασχόλησης, πλήρη ασφαλιστικά και εργασιακά δικαιώματα.
-
Αναγνώριση της υποαπασχόλησης ως μορφής κρυφής ανεργίας και ένταξή της στον επίσημο σχεδιασμό πολιτικών απασχόλησης.
-
Ισχυρή, στελεχωμένη Επιθεώρηση Εργασίας
-
Μαζικές προσλήψεις επιθεωρητών, σύγχρονα εργαλεία ελέγχου, στοχευμένοι και συστηματικοί έλεγχοι σε κλάδους υψηλής παραβατικότητας.
-
Αυστηρή εφαρμογή και αύξηση προστίμων σε συστηματικούς παραβάτες, θεσμική προστασία των εργαζομένων που καταγγέλλουν παραβιάσεις.
-
Δημοκρατία στους χώρους δουλειάς – ενίσχυση συνδικάτων
-
Κατάργηση νόμων που περιορίζουν το δικαίωμα στην απεργία και την οργάνωση, θωράκιση της συνδικαλιστικής δράσης σε όλους τους κλάδους, συμπεριλαμβανομένων των «νέων» μορφών εργασίας (πλατφόρμες κ.λπ.).
Δεν θα επιτρέψουμε να κρυφτεί πίσω από έναν «μονοψήφιο δείκτη» μια χώρα με πραγματική ανεργία που αγγίζει το 20–23%, με σωρευτική ακρίβεια πάνω από 20%, με τρόφιμα και στέγη απλησίαστα, με μισθούς τσακισμένους, με μια Επιθεώρηση Εργασίας αποψιλωμένη και με ευρωπαϊκά κονδύλια που ανακυκλώνουν την ανεργία αντί να τη μειώνουν.
Η απάντηση του εργατικού κινήματος σε αυτή την κοροϊδία θα είναι οργάνωση, αντεπίθεση και ανυποχώρητοι αγώνες για δουλειά με δικαιώματα, μισθούς αξιοπρέπειας, κοινωνική προστασία και πραγματική δημοκρατία στους χώρους εργασίας.

