Αρίθμ.Πρωτ. 669/12.03.2026
|
Η τελεσίδικη καταδίκη της ναζιστικής Χρυσής Αυγής δεν κλείνει τον λογαριασμό με τον φασισμό |
Η απόφαση του Εφετείου που επικυρώνει τις βαριές ποινές – ισόβια για τον δολοφόνο του Παύλου Φύσσα Γιώργο Ρουπακιά και πολυετείς καθείρξεις για το «διευθυντήριο» της Χρυσής Αυγής – αποτελεί έναν ιστορικό σταθμό για το αντιφασιστικό κίνημα και για τη δημοκρατία. Η οριστική αναγνώριση της Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης σε δεύτερο βαθμό επιβεβαιώνει αυτό που γνώριζαν εδώ και χρόνια οι γειτονιές, τα σωματεία και οι συλλογικότητες: ο φασισμός δεν είναι ιδεολογία ούτε μια απλή γνώμη, είναι οργανωμένο έγκλημα, παρακράτος και βραχίονας του συστήματος απέναντι στον κόσμο της δουλειάς.
Ως ΠΑΝΣΥΠΟ, σωματείο εργαζομένων στη Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (ΔΥΠΑ), γνωρίζουμε ότι ο φασισμός δεν γεννήθηκε στο κενό, χωρίς βάσιμους λόγους και αιτίες. Τον εξέθρεψαν η ανεργία και η φτώχεια, η διάλυση των εργασιακών δικαιωμάτων, η αποδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους, η απαξίωση των δημόσιων υπηρεσιών, η ρατσιστική ρητορική και ο κοινωνικός αυτοματισμός που στοχοποιεί τους πιο αδύναμους. Πάνω σε αυτό το έδαφος πάτησε η Χρυσή Αυγή για να στήσει τάγματα εφόδου, πογκρόμ στις λαϊκές γειτονιές και στους χώρους δουλειάς, επιθέσεις σε μετανάστες, συνδικαλιστές και αγωνιστές.
Η τελεσίδικη καταδίκη είναι νίκη του κινήματος, των οικογενειών των θυμάτων, όσων στάθηκαν απέναντι στον φόβο. Δεν σημαίνει όμως ότι ο φασισμός τελείωσε. Σήμερα ο φασισμός φοράει πολλές μάσκες:
-
Ρατσιστικές επιθέσεις σε πρόσφυγες και μετανάστες, με δεκάδες καταγεγραμμένα περιστατικά ρατσιστικής βίας, εξευτελισμούς, ξυλοδαρμούς και δολοφονικές επιθέσεις.
-
Επιχειρήσεις «σκούπα» στα σύνορα, επαναπροωθήσεις και κανονικοποίηση της βίας πάνω σε ανθρώπους που ζητούν προστασία.
-
Συνεχή στοχοποίηση Ρομά, ατόμων με αναπηρία, φτωχών, νέων, ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπων μέσω ρητορικής μίσους, αστυνομικής αυθαιρεσίας και θεσμικών διακρίσεων.
Στον κόσμο της εργασίας, ο σύγχρονος φασισμός παίρνει καθημερινές, ύπουλες μορφές:
-
Τον αυταρχισμό διοικήσεων, τη λογική «σώπα και δούλευε», την τρομοκράτηση εργαζομένων που διεκδικούν δικαιώματα.
-
Τη στοχοποίηση συνδικαλιστών, τη συκοφάντηση των σωματείων, την προσπάθεια ποινικοποίησης κάθε συλλογικής οργάνωσης και απεργίας.
-
Τον μισογυνισμό, τη σεξιστική βία και την κακοποίηση γυναικών και ΛΟΑΤΚΙ+ συναδέλφων που βαφτίζονται «αστεία» ή «ιδιωτικές υποθέσεις» για να μην αντιμετωπιστούν.
Ο φασισμός δεν είναι μόνο τα μαύρα μπλουζάκια και οι αγκυλωτοί σταυροί. Είναι και ο ρατσιστικός λόγος που κανονικοποιείται στα ΜΜΕ και στα social media, η παρουσίαση των προσφυγικών δομών ως «απειλή» αντί για χώρους ανθρώπων με δικαιώματα, το κράτος που αντί για κοινωνική προστασία προσφέρει φόβο, επιτήρηση και καταστολή.
Εμείς, ως εργαζόμενοι σε μια κρίσιμη κοινωνική υπηρεσία, βρισκόμαστε καθημερινά δίπλα στους ανέργους, στους εργαζόμενους με ελαστικές σχέσεις, στις ευάλωτες ομάδες. Ο θεσμικός ρόλος της ΔΥΠΑ είναι η μέριμνα για τους ανέργους, η υποστήριξη για ένταξη και επανένταξη στην αγορά εργασίας, η κατάρτιση και η στήριξη όσων πλήττονται περισσότερο. Αυτός ο ρόλος είναι ασύμβατος με κάθε μορφή ρατσισμού, μίσους και ποινικοποίησης της φτώχειας.
Την ίδια στιγμή, βλέπουμε να ενισχύεται μια επικίνδυνη αντίληψη που παρουσιάζει την ανεργία ως «ατομική ευθύνη» και τους ανέργους ως «βάρος» και «επαγγελματίες επιδοματούχους», ενώ τα επιδόματα εμφανίζονται ως «ελεημοσύνη» και όχι ως δικαίωμα ασφάλισης. Αυτή η ρητορική κοινωνικού αυτοματισμού – εργαζόμενοι απέναντι σε ανέργους, φτωχοί απέναντι σε φτωχούς – ανοίγει τον δρόμο στον φασισμό, γιατί μετατρέπει τα θύματα της ίδιας πολιτικής σε εχθρούς μεταξύ τους.
Ο φασισμός τρέφεται όταν οι οργανισμοί κοινωνικής προστασίας μετατρέπονται σε μηχανισμούς ελέγχου, επιτήρησης και κυρώσεων πάνω στους πιο αδύναμους. Εμείς αρνούμαστε να αποδεχτούμε τον ρόλο του «τιμωρού» των ανέργων. Υπερασπιζόμαστε τη Δ.ΥΠ.Α ως δημόσιο φορέα κοινωνικής προστασίας, ως στήριγμα για όσους χτυπιούνται από κρίση, ακρίβεια, απολύσεις και ελαστική εργασία.
Ιδιαίτερη ευθύνη έχουμε στις δομές εκπαίδευσης και κατάρτισης της Δ.ΥΠ.Α: στις Επαγγελματικές Σχολές (ΕΠΑΣ) Μαθητείας και στα ΙΕΚ της ΔΥΠΑ, όπου φοιτούν χιλιάδες έφηβοι και νέοι σε όλη τη χώρα. Οι σχολές αυτές, με δωρεάν σπουδές, αμειβόμενη μαθητεία και πλήρη ασφάλιση, συνδέουν τους νέους με τον κόσμο της εργασίας και είναι ταυτόχρονα χώροι γνώσης, εργασιακής κοινωνικοποίησης και πολιτικής διαπαιδαγώγησης.
Σε αυτά τα περιβάλλοντα, όπου νέοι άνθρωποι κάνουν τα πρώτα τους βήματα στην αγορά εργασίας, ο κίνδυνος διείσδυσης φασιστικών, ρατσιστικών και σεξιστικών αντιλήψεων είναι υπαρκτός. Δεν μας αρκεί η «ουδετερότητα». Χρειάζεται συστηματική αντιφασιστική και αντιρατσιστική ενημέρωση, δράσεις ευαισθητοποίησης, παρεμβάσεις για τον σεβασμό της διαφορετικότητας και των εργασιακών δικαιωμάτων, με συμμετοχή εκπαιδευτικών, μαθητών, καταρτιζόμενων και σωματείων. Οι νέοι και οι νέες της μαθητείας δεν είναι «φθηνό εργατικό δυναμικό», είναι η νέα γενιά της εργατικής τάξης, και έχουν δικαίωμα να εκπαιδεύονται σε κουλτούρα δημοκρατίας, ισότητας και συλλογικής διεκδίκησης.
Η σημερινή Δ.ΥΠ.Α δεν είναι μόνο οργανισμός απασχόλησης. Ως καθολικός διάδοχος του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ) και της Εργατικής Εστίας, έχει αναλάβει τα στεγαστικά δάνεια, τις εργατικές κατοικίες και ένα τεράστιο απόθεμα εργατικής περιουσίας που χτίστηκε από τις εισφορές των εργαζομένων. Διαχειρίζεται τίτλους κυριότητας, ρυθμίσεις οφειλών, κενές και αδιάθετες κατοικίες του ΟΕΚ και έχει ευθύνη να προστατεύει τον ειδικό χαρακτήρα της εργατικής κατοικίας.
Την ώρα που η στεγαστική κρίση παίρνει διαστάσεις, τα ελληνικά νοικοκυριά είναι από τα πιο επιβαρυμένα της Ευρώπης από το κόστος στέγης, με ενοίκια και δόσεις που απορροφούν δυσανάλογο μέρος του εισοδήματος, ενώ χιλιάδες οικογένειες με δάνεια ΟΕΚ βρίσκονται σε καθεστώς ομηρίας και απειλής πλειστηριασμών. Όταν η στέγη μετατρέπεται από δικαίωμα σε προνόμιο, η κοινωνία διχάζεται: οι «έχοντες» και οι «μη έχοντες» σπίτι, και οι φτωχοί παρουσιάζονται ως «φταίχτες» που «δεν τα κατάφεραν».
Η Δ.ΥΠ.Α, ακριβώς επειδή κατέχει τις υποθήκες και τις εμπράγματες εξασφαλίσεις των δανείων του πρώην ΟΕΚ, έχει υποχρέωση να παρεμβαίνει ενεργά για την προστασία των εργατικών κατοικιών και των σπιτιών με δάνεια ΟΕΚ από την αρπαγή τραπεζών και funds. Η αδράνεια ή η επίκληση «ουδετερότητας» απέναντι σε πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας εργαζομένων δεν είναι απλά ένα τεχνικό ζήτημα, αλλά μια συνειδητή πολιτική στάση που διαλύει την κοινωνική συνοχή και ανοίγει χώρο στον κοινωνικό κανιβαλισμό.
Για εμάς, η αξιοπρεπής στέγαση είναι θεμέλιο της δημοκρατίας και ασπίδα απέναντι στον φασισμό. Μια κοινωνία όπου χιλιάδες οικογένειες ζουν με τον φόβο να χάσουν το σπίτι τους, όπου εργατικές γειτονιές εγκαταλείπονται, γίνεται εύκολος στόχος ρητορικής μίσους και αυταρχισμού. Αντίθετα, μια Δ.ΥΠ.Α που υπερασπίζεται ενεργά το δικαίωμα στην κατοικία, αξιοποιεί τα αποθεματικά και τα οικόπεδα του πρώην ΟΕΚ για κοινωνική κατοικία και παρεμβαίνει για να σωθούν σπίτια εργαζομένων, γίνεται θεσμικό ανάχωμα υπέρ της κοινωνικής συνοχής.
Η Δ.ΥΠ.Α ασκεί και κοινωνική πολιτική, μέσω προγραμμάτων όπως ο κοινωνικός τουρισμός και άλλες παροχές προς εργαζόμενους και ανέργους. Τα τελευταία χρόνια, όμως, ο κοινωνικός τουρισμός έχει μετατραπεί σε πρόγραμμα «των λίγων»: με περιορισμένο προϋπολογισμό, αυστηρή μοριοδότηση, αποκλεισμούς, και τη ρύθμιση που επιτρέπει συμμετοχή μόνο κάθε δεύτερο έτος για τη μεγάλη πλειονότητα των δικαιούχων.
Όταν το δικαίωμα λίγων ημερών διακοπών γίνεται κλήρωση, voucher, «ανταμοιβή» ανά δύο χρόνια, δεν μιλάμε για ουσιαστική κοινωνική πολιτική, αλλά για διαχείριση της στέρησης. Σε μια χώρα με τεράστιες ανισότητες, με εργαζόμενους και ανέργους που δεν μπορούν ούτε να σκεφτούν διακοπές, τέτοιες πολιτικές – αντί να ενισχύουν την κοινωνική συνοχή – αναπαράγουν το αίσθημα αδικίας και τον θυμό, πάνω στον οποίο πατά ο φασισμός.
Ως ΠΑΝΣΥΠΟ διεκδικούμε κοινωνικό τουρισμό καθολικό, με διεύρυνση των δικαιούχων, αύξηση των κονδυλίων, κατάργηση των περιορισμών «κάθε δεύτερο έτος» για τη μεγάλη μάζα εργαζομένων και ανέργων, και ειδική μέριμνα για τους αποκλεισμένους: μακροχρόνια ανέργους, χαμηλόμισθους, μονογονεϊκές οικογένειες, ΑμεΑ. Η πρόσβαση στον ελεύθερο χρόνο, στην ανάπαυση, στον πολιτισμό είναι στοιχείο αξιοπρεπούς ζωής και άρα δημοκρατίας – όχι «δώρο» ούτε «πολυτέλεια».
Ως ΠΑΝΣΥΠΟ:
-
Δεσμευόμαστε να μην επιτρέψουμε φασιστικές και ρατσιστικές πρακτικές σε κανέναν χώρο δουλειάς όπου παρεμβαίνουμε.
-
Καλούμε κάθε συναδέλφισσα και συνάδελφο να καταγγέλλει περιστατικά ρατσισμού, σεξισμού, εκφοβισμού, αυταρχισμού.
-
Απαιτούμε από την πολιτεία πλήρη εφαρμογή της καταδικαστικής απόφασης χωρίς εκπτώσεις και «παραθυράκια» και ταυτόχρονα πολιτικές που θα χτυπούν τις κοινωνικές ρίζες του φασισμού: φτώχεια, ανισότητες, εργασιακή ζούγκλα, στεγαστική κρίση, κρατικό αυταρχισμό.
Η τελεσίδικη καταδίκη της Χρυσής Αυγής είναι δεμένη με τον αγώνα της οικογένειας του Παύλου Φύσσα και, πάνω απ’ όλα, με την ακούραστη παρουσία της μητέρας του, που για χρόνια στάθηκε όρθια μέσα και έξω από τις δικαστικές αίθουσες. Τα λόγια της σήμερα, λόγια αξιοπρέπειας, πένθους αλλά και δικαίωσης, θυμίζουν σε όλους μας ότι καμία δικαστική απόφαση δεν αρκεί αν δεν αλλάξει η ζωή των ανθρώπων, αν δεν σπάσει ο φόβος, αν δεν ηττηθεί ο φασισμός στην πράξη.
|
Εμείς, ως εργαζόμενοι της Δ.ΥΠ.Α, παίρνουμε αυτή τη σκυτάλη ως υπόσχεση: |
|
Ο φασισμός δεν θα πεθάνει μόνος του, θα τον τσακίσει ο οργανωμένος λαός, τα σωματεία, το εργατικό κίνημα. |

