Νέα του Συλλόγου ΠΑΝΣΥΠΟ

Προστατέψτε τις μικρές παραδοσιακές επιχειρήσεις από τα λουκέτα – πρόταση υλοποίησης νέου προγράμματος από τη Δ.ΥΠ.Α

 

 «Πρόταση ΠΑΝΣΥΠΟ προς Δ.ΥΠ.Α και κυβέρνηση για την υλοποίηση ειδικού προγράμματος στήριξης υφιστάμενων παραδοσιακών μικρών επιχειρήσεων»

Οι αριθμοί των εκθέσεων και των στατιστικών δείχνουν κάτι που οι τοπικές κοινωνίες το ζουν ήδη: οι πολύ μικρές, παραδοσιακές επιχειρήσεις είναι η ραχοκοκαλιά της οικονομίας και της γειτονιάς, αλλά σήμερα ασφυκτιούν. Δεν μιλάμε για «ευκαιριακά» μαγαζιά, αλλά για τα μικρά παντοπωλεία, τα εργαστήρια, τα καφενεία, τα βιβλιοπωλεία και τα οικογενειακά καταστήματα που κρατούν ζωντανό τον κοινωνικό ιστό σε πόλεις, χωριά και νησιά.

Οι ίδιες οι Ετήσιες Εκθέσεις του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ καταγράφουν ότι μεγάλο μέρος των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων έχει δει τον τζίρο του να μειώνεται, τη ρευστότητα να στερεύει και το λειτουργικό κόστος (ενέργεια, ενοίκια, εισφορές) να εκτοξεύεται, μετά από μια διαδοχική σειρά κρίσεων. Πίσω από κάθε ποσοστό βρίσκεται ένα μικρομάγαζο που δυσκολεύεται να πληρώσει ΔΕΗ, ενοίκιο, προμηθευτές, ένα νοικοκυριό που ζει από την αυτοαπασχόληση, ένας ή δύο εργαζόμενοι που κινδυνεύουν να περάσουν από την εργασία στην ανεργία.

Την ίδια στιγμή, τα συνολικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το λιανικό εμπόριο δείχνουν αύξηση τζίρου – πάνω από 71 δισ. ευρώ κύκλος εργασιών και άνοδο περίπου 2,4%. Αυτή η «μακρο» εικόνα όμως κρύβει ότι το όφελος συγκεντρώνεται σε μεγάλες αλυσίδες και πλατφόρμες, ενώ χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις χάνουν μερίδιο αγοράς, συμπιέζουν το εισόδημά τους και συχνά οδηγούνται στο λουκέτο. Εκεί όπου χθες υπήρχε ένα μικρό μαγαζί-σημείο αναφοράς, σήμερα μένει ένα κενό ρολό.

Οι ίδιοι οι θεσμικοί φορείς της πολιτείας αναγνωρίζουν ότι οι ΜμΕ είναι κρίσιμες για την απασχόληση, τη χωρική συνοχή και την παραμονή του κόσμου στον τόπο του. Ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος μιλά για την ανάγκη ειδικών εργαλείων χρηματοδότησης και μικροχρηματοδότησης, ώστε οι μικρές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα σε απομακρυσμένες και μη προνομιούχες περιοχές, να μην μένουν εκτός πρόσβασης στο χρήμα και στα προγράμματα. Χωρίς αυτή τη στήριξη, η οικονομική δραστηριότητα συγκεντρώνεται σε λίγους, και ο χάρτης των μικρών επαγγελμάτων αδειάζει.

Για τις παραδοσιακές επιχειρήσεις, το διακύβευμα είναι διπλό: δεν χάνεται μόνο μια οικονομική μονάδα, χάνεται και ένα κομμάτι ζωντανής παράδοσης. Τα μικρά εργαστήρια, τα μαγαζιά της γειτονιάς και τα καφενεία των χωριών δεν πουλάνε μόνο προϊόντα αλλά μεταφέρουν τεχνογνωσία, κρατούν ζωντανές τοπικές γεύσεις, επαγγέλματα, συνήθειες, λειτουργούν ως χώροι συνάντησης και αλληλεγγύης. Όταν κλείνουν αυτά τα μαγαζιά, οι γειτονιές σκοτεινιάζουν, οι ηλικιωμένοι μένουν χωρίς φυσικό σημείο αναφοράς, οι νέοι βλέπουν ότι ο δρόμος της μικρής αυτοαπασχόλησης δεν έχει προοπτική.

Παράλληλα, το σημερινό μείγμα πολιτικών ενισχύσεων έχει μια δομική τυφλότητα. Τα περισσότερα χρηματοδοτικά εργαλεία –εθνικά, ευρωπαϊκά, ΕΣΠΑ– σχεδιάζονται γύρω από την ίδρυση νέων επιχειρήσεων, τον ψηφιακό μετασχηματισμό και επενδύσεις μεγαλύτερης κλίμακας, αφήνοντας σχεδόν ακάλυπτες τις υφιστάμενες πολύ μικρές επιχειρήσεις που παλεύουν απλώς να μην κλείσουν. Ακόμη και όταν τυπικά είναι επιλέξιμες, οι απαιτήσεις (ίδια συμμετοχή, τραπεζική χρηματοδότηση, σύνθετες διαδικασίες) λειτουργούν αποτρεπτικά για τον μικρό επαγγελματία που είναι ήδη βουτηγμένος στα χρέη και στις υποχρεώσεις.

Την ίδια ώρα, το ευρωπαϊκό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων, μέσω του καθεστώτος de minimis, δίνει τη δυνατότητα στα κράτη να παρέχουν στοχευμένες, ήπιες ενισχύσεις μικρού ύψους σε επιχειρήσεις, με απλοποιημένες διαδικασίες, χωρίς να θεωρούνται ότι στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό. Σε άλλες χώρες, αυτά τα εργαλεία αξιοποιούνται για να καλύψουν λειτουργικό κόστος, να στηρίξουν επιχειρήσεις σε κρίση, να αποτρέψουν λουκέτα σε κρίσιμους για την κοινότητα κλάδους. Στην Ελλάδα, όμως, δεν υπάρχει ακόμη ένα ειδικό, ξεκάθαρο πρόγραμμα που να λέει: «σε στηρίζω για να παραμείνεις ανοιχτός, γιατί η ύπαρξή σου έχει και κοινωνική αξία».

Αυτό το κενό πολιτικής είναι που έρχεται να καλύψει η πρότασή μας για ένα ειδικό πρόγραμμα της Δ.ΥΠ.Α υπέρ των υφιστάμενων, παραδοσιακών μικρών επιχειρήσεων που απειλούνται με κλείσιμο. Η Δ.ΥΠ.Α, ως δημόσιος φορέας απασχόλησης, δεν μπορεί να βλέπει μόνο την πλευρά της ανεργίας «αφού κλείσει άλλο ένα μαγαζί», αλλά οφείλει να παρέμβει προληπτικά για να μη χαθούν θέσεις εργασίας, αυτοαπασχόληση και τοπικά οικοσυστήματα. Η ενίσχυση αυτών των επιχειρήσεων δεν είναι ένα «δώρο σε επαγγελματίες», είναι πολιτική προστασίας της εργασίας, της τοπικής οικονομίας και της ζωντανής παράδοσης.

Ο ΠΑΝΣΥΠΟ καταθέτει την παρούσα πρόταση για τη δημιουργία ειδικού προγράμματος της ΔΥΠΑ, με στόχο τη στήριξη υφιστάμενων, παραδοσιακών μικρών επιχειρήσεων που βρίσκονται ένα βήμα πριν το λουκέτο, παρότι αποτελούν ζωτικό κύτταρο της τοπικής οικονομίας, της απασχόλησης και της ζωντανής παράδοσης.

1. Γιατί χρειάζεται ειδικό πρόγραμμα

Οι πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις – τα μαγαζιά της γειτονιάς, τα οικογενειακά εργαστήρια, τα παραδοσιακά καφενεία, τα μικρά καταστήματα σε πόλεις, χωριά και νησιά – είναι η κρυφή ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας και του κοινωνικού ιστού. Δεν είναι απλώς ΑΦΜ και ΚΑΔ, είναι άνθρωποι, οικογένειες, σημεία αναφοράς μέσα στις κοινότητες.

Τα τελευταία χρόνια, μετά από διαδοχικές κρίσεις (πανδημία, ακρίβεια, ενεργειακό κόστος), μεγάλο μέρος αυτών των επιχειρήσεων βιώνει οικονομική ασφυξία. Ο τζίρος μειώνεται, η ρευστότητα εξαντλείται, το λειτουργικό κόστος (ενοίκια, ενέργεια, εισφορές) εκτοξεύεται. Πίσω από τους ψυχρούς αριθμούς κρύβονται μικρομάγαζα που δυσκολεύονται να πληρώσουν ΔΕΗ, εφορία και προμηθευτές, αυτοαπασχολούμενοι που παλεύουν να μη χρεοκοπήσουν, εργαζόμενοι που κινδυνεύουν να προστεθούν στις ουρές της ανεργίας.

Την ίδια στιγμή, οι συνολικοί δείκτες τζίρου στο λιανικό εμπόριο εμφανίζουν άνοδο και αυξημένο κύκλο εργασιών, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ότι «η αγορά πάει καλά». Στην πράξη, όμως, ένα μεγάλο μέρος αυτής της αύξησης κατευθύνεται σε μεγάλες αλυσίδες και πλατφόρμες, ενώ οι ανεξάρτητες μικρές επιχειρήσεις χάνουν μερίδιο αγοράς και σβήνουν σιωπηλά. Εκεί που χθες υπήρχε ένα μικρό παντοπωλείο ή βιβλιοπωλείο, σήμερα βλέπουμε κατεβασμένα ρολά.

Για τις παραδοσιακές μικρές επιχειρήσεις, η απώλεια δεν είναι μόνο οικονομική. Κάθε λουκέτο σημαίνει λιγότερες θέσεις εργασίας, λιγότερη αυτοαπασχόληση, αλλά και ένα κομμάτι άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς που χάνεται: τοπικά προϊόντα, μικρά επαγγέλματα, χώρους συνάντησης και κοινωνικής ζωής. Σε χωριά, νησιά και γειτονιές, ένα καφενείο ή ένα μικρό μαγαζί μπορεί να είναι ο μόνος ζωντανός χώρος που κρατά σε επαφή ανθρώπους, γενιές, παραδόσεις.

Παρά τα παραπάνω, το κυρίαρχο μίγμα πολιτικών ενισχύσεων εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά σε:

  • ίδρυση νέων επιχειρήσεων,

  • επενδυτικά σχέδια μεγαλύτερης κλίμακας,

  • ψηφιακό και «πράσινο» μετασχηματισμό.

Οι υφιστάμενες πολύ μικρές παραδοσιακές επιχειρήσεις, που δεν θέλουν να «καινοτομήσουν» αλλά απλώς να παραμείνουν ζωντανές και αξιοπρεπείς, μένουν σχεδόν ακάλυπτες. Ακόμη και όταν τυπικά είναι επιλέξιμες, οι απαιτήσεις τραπεζικής χρηματοδότησης, ίδιας συμμετοχής και περίπλοκων διαδικασιών λειτουργούν στην πράξη αποκλειστικά.

Σε αυτό το κενό πολιτικής, η Δ.ΥΠ.Α οφείλει, με βάση τον κοινωνικό της ρόλο, να σχεδιάσει ένα πρόγραμμα πρόληψης λουκέτων, με κριτήριο την προστασία της εργασίας, της τοπικής οικονομίας και της ζωντανής παράδοσης.

Γι’ αυτό ο ΠΑΝΣΥΠΟ προτείνει τη δημιουργία ειδικού προγράμματος της Δ.ΥΠ.Α για τη στήριξη υφιστάμενων παραδοσιακών μικρών επιχειρήσεων που βρίσκονται σε αποδεδειγμένα δυσχερή θέση, αλλά παραμένουν κρίσιμες για τις τοπικές κοινωνίες.


2. Τίτλος, στόχος και βασική φιλοσοφία του προγράμματος

Προτεινόμενος τίτλος προγράμματος
« Στήριξη Υφιστάμενων Παραδοσιακών Μικρών Επιχειρήσεων και Τοπικής Απασχόλησης»

Γενικός στόχος
Η αποτροπή λουκέτων σε υφιστάμενες παραδοσιακές μικρές επιχειρήσεις που είναι ζωτικής σημασίας για την τοπική κοινωνία, μέσω στοχευμένης ενίσχυσης του λειτουργικού και μισθολογικού τους κόστους, με ρήτρες προστασίας των θέσεων εργασίας.

Ειδικοί στόχοι

  • Διατήρηση υφιστάμενων θέσεων εργασίας και αυτοαπασχόλησης.

  • Στήριξη επιχειρήσεων που λειτουργούν ως «μοναδικός πάροχος» ή βασικό σημείο εξυπηρέτησης σε μια γειτονιά/κοινότητα.

  • Προστασία παραδοσιακών επαγγελμάτων, τοπικών προϊόντων και κοινωνικών χώρων.

  • Πρόληψη δημιουργίας νέων ανέργων μέσω προληπτικής παρέμβασης, και όχι μόνο μέσω παθητικών επιδομάτων.


3. Ωφελούμενοι – Επιλέξιμες επιχειρήσεις

Επιλέξιμες επιχειρήσεις
Ως επιλέξιμες προτείνεται να οριστούν:

  1. Πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις (έως 9 εργαζόμενοι), σύμφωνα με τον ισχύοντα εθνικό/ευρωπαϊκό ορισμό.

  2. Υφιστάμενες επιχειρήσεις με ελάχιστο χρόνο λειτουργίας 3–5 ετών πριν την προκήρυξη.

  3. Επιχειρήσεις με έδρα:

    • σε ορεινούς, νησιωτικούς ή απομακρυσμένους δήμους, ή

    • σε υποβαθμισμένες αστικές περιοχές/γειτονιές με υψηλό ποσοστό κλειστών καταστημάτων.

  4. Επιχειρήσεις με αντικείμενο παραδοσιακής/τοπικής επιχειρηματικότητας, όπως:

    • μικρά καταστήματα λιανικού εμπορίου γειτονιάς (παντοπωλεία, μπακάλικα, φούρνοι, βιβλιοπωλεία κ.λπ.),

    • παραδοσιακά εργαστήρια τροφίμων, χειροτεχνίας, μικρής μεταποίησης,

    • καφενεία και μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις εστίασης με έντονο τοπικό χαρακτήρα,

    • λοιπές οικογενειακές επιχειρήσεις που αποτελούν σημείο αναφοράς και μοναδικό σημείο παροχής βασικών αγαθών/υπηρεσιών στην περιοχή.

Οικονομικά κριτήρια επιλεξιμότητας

  • Τεκμηριωμένη μείωση κύκλου εργασιών (π.χ. ≥ 15–20%) σε δύο από τα τελευταία τρία έτη ή ζημιογόνα χρήση.

  • Αυξημένο λειτουργικό κόστος (ενέργεια, ενοίκια, εισφορές) που αποτυπώνεται στα οικονομικά στοιχεία.

  • Μη υπαγωγή σε καθεστώς πτώχευσης, εκκαθάρισης ή αναγκαστικής διαχείρισης.

Κοινωνικά κριτήρια προτεραιοποίησης

  • Επιχειρήσεις που απασχολούν εργαζόμενους από ευάλωτες ομάδες (μακροχρόνια άνεργοι, νέοι, γυναίκες, άτομα με αναπηρία).

  • Επιχειρήσεις που αποτελούν τον μοναδικό ή έναν από τους ελάχιστους παρόχους βασικών αγαθών/υπηρεσιών στην περιοχή.

  • Επιχειρήσεις σε περιοχές με υψηλή ανεργία ή έντονη συρρίκνωση της τοπικής αγοράς.


4. Είδος, ύψος και διάρκεια ενίσχυσης

Η ενίσχυση δεν προτείνεται ως «δώρο» ή επιδότηση κέρδους, αλλά ως στοχευμένη στήριξη επιβίωσης με σαφείς ρήτρες κοινωνικής ανταπόδοσης.

4.1 Επιδότηση λειτουργικού κόστους

  • Επιλέξιμες δαπάνες:

    • ενοίκιο επαγγελματικής στέγης,

    • λογαριασμοί ενέργειας/ύδρευσης,

    • ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη και αυτοαπασχολούμενων,

    • βασικά λειτουργικά έξοδα (π.χ. δημοτικά τέλη, υποχρεωτικές υπηρεσίες λογιστή κ.α).

  • Διάρκεια επιδότησης: 12–18 μήνες.

  • Ανώτατο ποσό ανά επιχείρηση (ενδεικτικά): 10.000–20.000 ευρώ συνολικά, ανάλογα με τον αριθμό εργαζομένων και την κατηγορία περιοχής, ώστε να παραμένει εντός ορίων ενισχύσεων μικρού ύψους.

4.2 Ενίσχυση μισθολογικού κόστους

  • Κάλυψη ποσοστού μισθολογικού και μη μισθολογικού κόστους για 1–2 υφιστάμενους εργαζόμενους, για 12 μήνες.

  • Δυνατότητα ενίσχυσης για πρόσληψη ενός ανέργου μέσω Δ.ΥΠ.Α, με αυξημένο ποσοστό επιδότησης, υπό τον σαφή όρο ότι δεν υποκαθίσταται υφιστάμενη θέση εργασίας.

  • Ρήτρα διατήρησης τουλάχιστον του ίδιου αριθμού εργαζομένων για 12 μήνες μετά το τέλος της επιδότησης.

4.3 Μικρό πακέτο εκσυγχρονισμού

  • Προαιρετικό υπο-μέτρο (π.χ. έως 2.000–3.000 ευρώ) για:

    • βασικό ψηφιακό εξοπλισμό και λογισμικό (ηλεκτρονική τιμολόγηση, απλή διαδικτυακή παρουσία),

    • μικρές παρεμβάσεις προσβασιμότητας,

    • ανάδειξη τοπικών/παραδοσιακών προϊόντων (σήμανση, βασικό branding).


5. Υποχρεώσεις, ρήτρες και κοινωνική ανταπόδοση

Υποχρεώσεις επιχειρήσεων
Οι επιχειρήσεις που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα:

  • Διατηρούν τη δραστηριότητά τους στον ίδιο τόπο και με την ίδια κύρια δραστηριότητα για τουλάχιστον 2–3 έτη από την ένταξη.

  • Δεν μειώνουν τον αριθμό εργαζομένων κατά τη διάρκεια της επιδότησης και για 12 μήνες μετά (πλην εξαιρέσεων που τεκμηριώνονται).

  • Τηρούν πλήρως την εργατική και ασφαλιστική νομοθεσία.

  • Ο επιχειρηματίας/η επιχειρηματίας συμμετέχει σε σύντομο πρόγραμμα συμβουλευτικής/κατάρτισης της ΔΥΠΑ (π.χ. 20–40 ώρες) για βιωσιμότητα μικρής επιχείρησης, βασικά ψηφιακά εργαλεία, διαχείριση κόστους.

Ρήτρες και κυρώσεις

  • Προβλέπονται ηπιότεροι όροι σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας (σοβαρή ασθένεια, φυσικές καταστροφές κ.λπ.), με σκοπό τη δικαιοσύνη και όχι την τιμωρία.


6. Διαδικασία εφαρμογής – Ρόλος της Δ.ΥΠ.Α

  • Η Δ.ΥΠ.Α εκδίδει δημόσια πρόσκληση, σε συνεργασία με τα επιμελητήρια, την τοπική αυτοδιοίκηση και άλλους κοινωνικούς εταίρους.

  • Οι αιτήσεις υποβάλλονται ηλεκτρονικά, με απλοποιημένη διαδικασία και με ελάχιστο γραφειοκρατικό φόρτο, ώστε να είναι πραγματικά προσβάσιμες στις πολύ μικρές επιχειρήσεις.

  • Η αξιολόγηση δεν βασίζεται μόνο σε αριθμούς, αλλά συνεκτιμά και τον κοινωνικό ρόλο της επιχείρησης. Προτείνεται η συμμετοχή εκπροσώπων επιμελητηρίων και τοπικής αυτοδιοίκησης σε μικτές επιτροπές.

  • Η Δ.ΥΠ.Α συνδέει το πρόγραμμα με τις υπηρεσίες απασχόλησης (σύζευξη με ανέργους, συμβουλευτική, κατάρτιση), ώστε η στήριξη να μην είναι «ξεκομμένη» από την πολιτική εργασίας.


7. Πηγές χρηματοδότησης και θεσμικό πλαίσιο

Ο ΠΑΝΣΥΠΟ προτείνει:

  • Χρηματοδότηση του προγράμματος από συνδυασμό εθνικών και ευρωπαϊκών πόρων (κρατικός προϋπολογισμός, ΠΔΕ, ΕΣΠΑ 2021–2027, Ταμείο Ανάκαμψης), με νομικά ασφαλή προσαρμογή στα ισχύοντα πλαίσια.

  • Υπαγωγή σε καθεστώς ενισχύσεων μικρού ύψους (de minimis), ώστε:

    • να επιτρέπεται η κάλυψη λειτουργικών δαπανών,

    • να υπάρχουν απλοποιημένες διαδικασίες,

    • να αποφεύγονται τα σύνθετα σχήματα που αποκλείουν τους πολύ μικρούς.


8. Προϋπολογισμός προγράμματος

Σύμφωνα με στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ και ΓΣΕΒΕΕ, στην Ελλάδα λειτουργούν περίπου 700.000 πολύ μικρές επιχειρήσεις (0–9 εργαζόμενοι), που αποτελούν περίπου το 94,5% των επιχειρήσεων και απασχολούν πάνω από το 55% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα. Εκτιμάται ότι 5–7% αυτών βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο κλεισίματος, δηλαδή 35.000–50.000 επιχειρήσεις, με βάση τα δεδομένα για τη μείωση του κύκλου εργασιών και την επιδείνωση του οικονομικού κλίματος που καταγράφει το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ.

Για την πρώτη φάση του προγράμματος, ο ΠΑΝΣΥΠΟ προτείνει ένα ρεαλιστικό στόχο ένταξης 6.250 επιχειρήσεων, με μέση ενίσχυση περίπου 16.000 ευρώ ανά επιχείρηση, πολύ χαμηλότερα από το όριο των 300.000 ευρώ ανά επιχείρηση σε τριετία που θέτει ο Κανονισμός de minimis.

Με βάση τρία τυπικά προφίλ επιχειρήσεων (αυτοαπασχολούμενοι, επιχειρήσεις με 1 εργαζόμενο, επιχειρήσεις με 2–3 εργαζομένους), ο συνολικός προϋπολογισμός του προγράμματος διαμορφώνεται ως εξής:

  • ~40 εκατ. ευρώ από το ΕΣΠΑ 2021–2027 (ΕΚΤ+ και περιφερειακά προγράμματα).

  • ~20 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, εφόσον υπάρχει διαθέσιμο πλαίσιο για δράσεις στήριξης ΜμΕ και απασχόλησης.

  • ~40 εκατ. ευρώ από εθνικούς πόρους (ΠΔΕ/κρατικός προϋπολογισμός/Δ.ΥΠ.Α).

Ταυτόχρονα, η πρόληψη λουκέτων για 6.250 επιχειρήσεις και η διατήρηση περίπου 9.000–12.000 θέσεων εργασίας συνεπάγεται σημαντική εξοικονόμηση πόρων από επιδόματα ανεργίας και απώλειες φορολογικών/ασφαλιστικών εσόδων. Αν υπολογιστεί ότι κάθε θέση εργασίας που «σώζεται» αποφεύγει ένα αντίστοιχο ετήσιο επίδομα ανεργίας περίπου 4.800 ευρώ, η άμεση εξοικονόμηση για το σύστημα ανεργίας μπορεί να προσεγγίσει τα 50–60 εκατ. ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζονται τα έμμεσα οφέλη.

Σε σύγκριση με τα ήδη υλοποιούμενα προγράμματα ενίσχυσης νέας επιχειρηματικότητας της Δ.ΥΠ.Α (π.χ. πρόγραμμα 17.500 ευρώ ανά νέα επιχείρηση με προϋπολογισμό περίπου 37 εκατ. ευρώ για 2.114 ωφελούμενες), το προτεινόμενο πρόγραμμα έχει αντίστοιχο μέσο κόστος ανά επιχείρηση, αλλά διαφορετική στόχευση: τη διάσωση υφιστάμενων παραδοσιακών επιχειρήσεων αντί για την ίδρυση νέων.

Παράλληλα με το προτεινόμενο πρόγραμμα της ΔΥΠΑ, είναι αναγκαίο να ληφθούν και οριζόντια φορολογικά και ασφαλιστικά μέτρα, γιατί αλλιώς η ενίσχυση που θα δίνεται στις μικρές επιχειρήσεις κινδυνεύει να απορροφηθεί από την εφορία και τον ΕΦΚΑ πριν φτάσει στην πραγματική οικονομία της γειτονιάς. Σήμερα η προκαταβολή φόρου εισοδήματος, που για τις περισσότερες ατομικές επιχειρήσεις και επαγγελματίες φτάνει το 55% και για τις εταιρικές μορφές το 80%, λειτουργεί σαν άτοκο δάνειο προς το κράτος σε βάρος της ρευστότητας των μικρών επιχειρήσεων, όπως επισημαίνουν συστηματικά φοροτεχνικοί και επαγγελματικοί φορείς.

Αντίστοιχα, οι υφιστάμενες ρυθμίσεις οφειλών προς τον ΕΦΚΑ (24 ή 48 δόσεις, σε ορισμένες περιπτώσεις έως 72) αποδεικνύονται ανεπαρκείς για μικρές επιχειρήσεις και αυτοαπασχολούμενους με σωρευμένα χρέη, με αποτέλεσμα ένα μεγάλο μέρος των ρυθμίσεων να χάνεται και να επανέρχονται οι κατασχέσεις και τα αναγκαστικά μέτρα. Τα ίδια τα στοιχεία του ΚΕΑΟ δείχνουν ότι πάνω από τις μισές ρυθμίσεις οφειλών προς τον ΕΦΚΑ καταρρέουν, ενώ επαγγελματικοί φορείς και επιμελητήρια ζητούν επαναφορά ρυθμίσεων έως 120 δόσεις, προσαρμοσμένων στις πραγματικές δυνατότητες αποπληρωμής.

Νομοθέτηση παράλληλων μέτρων από την Πολιτεία

Για να έχει ουσία το πρόγραμμα της Δ.ΥΠ.Α, προτείνουμε να συνδεθεί με ένα πακέτο παράλληλων μέτρων, ειδικά για τις επιχειρήσεις που θα εντάσσονται σε αυτό:

  • Απαλλαγή ή δραστική μείωση της προκαταβολής φόρου εισοδήματος για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις που συμμετέχουν στο πρόγραμμα (π.χ. μηδενική προκαταβολή για τη διάρκεια του προγράμματος και 1–2 έτη μετά ή μείωση στο 20–30% αντί για 55–80%).

  • Ειδικό καθεστώς ρύθμισης οφειλών προς τον e-ΕΦΚΑ για τις ενταγμένες επιχειρήσεις, με δυνατότητα εξόφλησης σε έως 120 μηνιαίες δόσεις, χαμηλό ελάχιστο ποσό δόσης και κριτήριο τη βιωσιμότητα της επιχείρησης, όπως ζητούν ήδη επαγγελματικοί φορείς και επιμελητήρια.

  • Προσαρμογή των ρυθμίσεων ώστε η επιχείρηση που θα εντάσσεται στο πρόγραμμα να μην κινδυνεύει με απώλεια ρύθμισης για μικρές, προσωρινές καθυστερήσεις, αλλά να έχει δεύτερη ευκαιρία με βάση το πραγματικό εισόδημα και τη συγκυρία.

Ο ΠΑΝΣΥΠΟ υπογραμμίζει ότι χωρίς γενναία παρέμβαση στην προκαταβολή φόρου και στις ρυθμίσεις οφειλών προς τον ΕΦΚΑ, κάθε προσπάθεια στήριξης από τη Δ.ΥΠ.Α θα είναι μισή: ο μικρός επαγγελματίας θα συνεχίσει να ασφυκτιά από φόρους και χρέη, ακόμη και αν πάρει μια πρόσκαιρη ενίσχυση.

Ως εργαζόμενοι και εργαζόμενες στη ΔΥΠΑ έχουμε διπλή ευθύνη: απέναντι στους ανέργους, αλλά και απέναντι στην κοινωνία που κινδυνεύει να τους «παράγει» κάθε φορά που ένα βιώσιμο μικρομάγαζο κλείνει επειδή δεν άντεξε το βάρος. Δεν μας αρκεί να μετράμε τα επιδόματα ανεργίας μετά το λουκέτο αλλά να διεκδικούμε πολιτικές που προλαμβάνουν τα λουκέτα.

Με την παρούσα πρόταση καλούμε τη Διοίκηση της Δ.ΥΠ.Α και την κυβέρνηση:

  • να αναγνωρίσουν ότι η διατήρηση των υφιστάμενων παραδοσιακών μικρών επιχειρήσεων είναι ζήτημα κοινωνικής συνοχής,

  • να αξιοποιήσουν τα διαθέσιμα εθνικά και ευρωπαϊκά εργαλεία για να στηρίξουν όσους παλεύουν να κρατήσουν ανοιχτά τα μαγαζιά της γειτονιάς,

  • να εντάξουν τη διάσταση της «πρόληψης της ανεργίας» στον πυρήνα της πολιτικής απασχόλησης.

Η στήριξη των παραδοσιακών μικρών επιχειρήσεων είναι μια στοιχειώδη υποχρέωση κοινωνικής πολιτικής υπέρ της εργασίας, της τοπικής οικονομίας και της ζωντανής παράδοσης. Και είναι ευθύνη ενός δημόσιου οργανισμού, όπως η Δ.ΥΠ.Α, να είναι παρών εκεί που κρίνεται αν μια γειτονιά θα μείνει ζωντανή ή θα γεμίσει μόνιμα κατεβασμένα ρολά.